ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Μάϊος 2014 μέχρι και σήμερα δημοσίευση βιβλιοάποψη νέων βιβλίων στο
filanagnosiaprogram.blogspot.gr "Βιβλία και Βιβλιοφιλία"από τη Δημιουργό-Υπεύθυνη ύλης Έλενα Αρτζανίδου,συγγραφέας-εκπαιδευτικός.
Eπικοινωνία:Εmail: filanagnosia@gmail.com

Οκτώβριος 2013-Μάϊος 2014
filanagnosiaprogram.blogspot.gr "Βιβλία και Βιβλιοφιλία"Δημιουργός-Υπεύθυνη ύλης Έλενα Αρτζανίδου,συγγραφέας-εκπαιδευτικός.

Μάιος 2011-Σεπτέμβριος 2013
"Βιβλία και Βιβλιοφιλία" και μέσα από το site της Διεύθυνσης Π.Ε Ανατολικής Θεσσαλονίκης, Διευθυντής Μιχάλης Καλογραίας,Yπεύθυνη Λέσχης Ανάγνωσης Εκπαιδευτικών,Μαθητών και Φοιτητών,"Αχιλλέας Καψάλης" -Υπεύθυνη σχεδιασμού και ύλης filanagnosiaprogram.blogspot.com:Έλενα Αρτζανίδου.
Eπικοινωνία:Εmail: filanagnosia@gmail.com

Ο Συγγραφέας συνομιλεί με τα παιδιά.


http://art.ngfiles.com/images/131/serenekitchen_little-paper-boat.jpg
H αγαπημένη συγγραφέας Μαριλένα Καββαδά,γράφει την ιστορία της, 
«Η Τρίτη Σελίδα» και συνομιλεί με τους μαθητές/μαθήτριες.
 Μια φορά κι έναν καιρό, πάνω σ’ ένα τραπεζάκι δίπλα σε περβάζι με βασιλικό, βρίσκονταν τρεις Σελίδες. Με λέξεις… με εικόνες. Με εικόνες ή με λέξεις.
- Δεν κρατιέμαι, φώναξε η Πρώτη Σελίδα κι ακολούθησε το πρώτο απαλό αγέρι.
- Ούτε κι εγώ αντέχω, ψιθύρισε η Δεύτερη Σελίδα κι έφυγε με τον πρώτο δυνατό βοριά.
- Τι στέκεσαι, ρωτά με έκπληξη τότε η Πένα την Τρίτη τη Σελίδα; Κι εκείνη απαντά:
- Περιμένω.
Και περίμενε… Και περίμενε…
Πέρασαν νύχτες… Πέρασαν ημέρες…
Ήρθε κι έφυγε ο ήλιος. Ήρθε κι έμεινε το φεγγάρι, όταν ένα Κορίτσι πήρε την Πένα που έσταζε πικρό μελάνι και χάραξε δυο γράμματα ακόμα στην Τρίτη τη Σελίδα. Ένα γράμμα μαγικό κι ένα γράμμα κρυφό σαν μυστικό.
Σαν στέγνωσαν τα δυο γράμματα, το Κορίτσι δίπλωσε την Τρίτη τη Σελίδα μέσα στα κύματα των δαχτύλων της, κάνοντας τη βαρκούλα από χαρτί. Άνοιξε την πόρτα μ’ έναν αναστεναγμό και την άφησε απαλά στο πρώτο ρυάκι από σταλαγματιές ονείρου που πέρασε εκεί μπροστά.  Ένα μελτέμι τότε έγειρε την πόρτα και χάρισε ένα χάδι στη χάρτινη βαρκούλα καθώς χανόταν στον ορίζοντα των επιθυμιών.
Ταξίδευε πια. Ταξίδευε η βάρκα από χαρτί.
Πέρασε τις αξημέρωτες θάλασσες... Πέρασε κι απ’ το νησί των στεναγμών.
Πέρασε τις ανήλιαγες σπηλιές… Πέρασε κι από το ακρογιάλι των χαμένων μυστικών.
Πέρασε από αλλού… Πέρασε από εκεί… Πέρασε κι από εδώ.
Πέρασε… πέρασε… ΠΕΡΑΣΕ;
Κάποτε έφτασε σε απάνεμη ακρογιαλιά. Στρωμένη με βότσαλα ζεστά.  Στάθηκε να ξαποστάσει. Απλώθηκε και ξεδιπλώθηκε. Ξεδιπλώθηκε κι απλώθηκε για τα καλά! Σκύβει τότε ο ήλιος πάνω της για να τη χαρεί… Μα που να την προλάβει;
Ένα αγόρι την έκλεισε στην αγκαλιά του. Την έκρυψε μες τη ματιά του, ώσπου της χάρισε κι αυτό δυο νέες λέξεις. Απ’ το μέλι πιο γλυκές. Απ’ τον ήλιο πιο καυτές! 
Έπειτα στη δίνη των δαχτύλων του, το αγόρι, έκανε την Τρίτη τη Σελίδα… Σαΐτα από χαρτί… Χάρτινη σαϊτιά που ξέφυγε απ’ τις παλάμες του γοργά…
Γιατί; Για πού; Για ποια;


Ο αγαπημένος σε όλους σας συγγραφέας, ο Παραμυθάς μας, Νίκος Πιλάβιος ,γράφει την ιστορία του, «Η μάχη των Χαρταετών» και συνομιλεί με τους μαθητές/μαθήτριες.
Η μάχη των χαρταετών.
Χθες το πρωί εκεί που διάβαζα την εφημερίδα μου, άκουσα κάτι φωνές έξω από το σπίτι μου και πήγα να δω τί ήταν.
«Πω... πω … παιδιά!...Τί θέλετε εδώ εσείς, καλέ»;
«Αχ, Παραμυθά, βοήθησε μας», μου λέει ένα αγοράκι.
«Μα τι πάθατε»; το ρωτάω.
«Το πρωί», μου λέει, « είχαμε πάει να πετάξουμε τους αετούς μας. Είμαστε όλοι ευχαριστημένοι όταν ξαφνικά, κόπηκαν οι σπάγκοι των αετών, και χάθηκαν πετώντας μόνοι τους στον ουρανό»!
«Και τώρα Παραμυθά, τι θα κάνουμε; Πώς θα ξαναβρούμε τούς αετούς μας», με ρώτησε ένα άλλο αγοράκι.
«Μη στενοχωριέστε», τούς λέω εγώ. «Πρώτα-πρώτα, θα φωνάξουμε τα ζώα τους φίλους μου, να μας βοηθήσουν».
Ανεβήκαμε στην ταράτσα του σπιτιού μου, έδωσα τη μαγική τρομπέτα που μου είχε χαρίσει η Κλοκλό σε ένα αγοράκι και του είπα να σφυρίξει.
Σε λίγο όλοι οι φίλοι μου τα ζώα, άρχισαν να μαζεύονται. έξω από το σπίτι μου.
Κι
 όταν μαζεύτηκαν όλα, άρχισα να τα στέλνω εδώ κι εκεί. Την χελώνα και τον λαγό τούς έστειλα να ψάξουν μήπως βρουν τούς χαρταετούς , μέσα στο γειτονικό μου δάσος.
Την καμηλοπάρδαλη την έστειλα να κοιτάξει στα καλώδια του τηλεφώνου και του ηλεκτρικού μήπως έχουν μπερδευτεί εκεί οι χαρταετοί και όλα τα υπόλοιπα ζώα, τα έστειλα να ρωτήσουν σε φίλους και γνωστούς μήπως είδαν πουθενά τους χαρταετούς. Όταν έφυγαν όλα, σκέφτηκα να ρωτήσω και τη γνώμη της σοφής φίλης μου, της κουκουβάγιας που είχε μείνει μαζί μας και που ήταν και μάντισσα. «Διαισθάνομαι ότι κάτι κακό συμβαίνει», μου είπε εκείνη, «και πρέπει γρήγορα να τους βρούμε, για να μη στενοχωριούνται τα παιδάκια.»
Σε λίγο, γύρισαν κι όλοι οι φίλοι μου από εκεί που είχαν πάει, αλλά κανένα δεν είχε μάθει τίποτα για τούς χαρταετούς, ούτε είχα δει κανένα απ’ αυτούς. Δεν μου έμενε τίποτε άλλο να κάνω, παρά να ψάξω εγώ πετώντας παντού, για να βρω τούς χαμένους χαρταετούς. Έτσι, αφού ευχαρίστησα όλα τα ζώα που είχαν τρέξει να με βοηθήσουν, ξεκίνησα να ψάχνω πρώτα στη θάλασσα.
«Εεεε, κύριε ψάρι», φώναξα σ’ ένα μεγάλο φαγκρί με μουστάκια που είδα πρώτο, «μήπως είδατε τίποτα χαρταετούς να πέφτουν στην θάλασσα»;
«Όχι», μου απάντησε εκείνο.
Πέταξα από ‘δω, πέταξα από ‘κει, αλλά όπου κι αν πήγα δεν μπόρεσα να μάθω τίποτα για τούς χαρταετούς. Στο τέλος, απογοητεύτηκα και πήγα στη φίλη μου τη μάγισσα Κλοκλό, για να μου πει αν έβλεπε στην κρυστάλλινη σφαίρα της, τους χαρταετούς.
« Μμμμ… Είναι ψηλά πολύ ψηλά», μου είπε η Κλοκλό κοιτάζοντας την κρυστάλλινη σφαίρα της και κινδυνεύουν. Είναι κάπου πίσω από τους λόφους. Πρέπει να πάς γρήγορα...».
Την ευχαρίστησα κι έφυγα γρήγορα πετώντας. Εκεί που πετούσα, πάνω από τους λόφους, είδα ξαφνικά ένα σωρό πουλιά να πετούν βιαστικά, το ένα πίσω από το άλλο.
«Πού να πηγαίνουν άραγε», σκέφτηκα, κι αποφάσισα να τ’ ακολουθήσω.
«Εεε …», φώναξα σ’ ένα γεράκι, «πού πάτε όλα τα πουλιά μαζί;»
«Έχουμε πόλεμο», μου λέει το γεράκι.
Και τότε, είδα σ’ ένα δέντρο ένα χαρταετό, χωρίς ουρά, πληγωμένο. «Τι να συμβαίνει άραγε;» σκέφτηκα.
Καθώς ανέβαινα όλο και ψηλότερα, είδα κι άλλους χαρταετούς χωρίς ουρές. Και πιο πέρα, είδα τις ουρές τους πεταμένες εδώ κι εκεί! Κατάλαβα πώς σε λίγο θα μάθαινα τι είχε γίνει. Μπροστά στα μάτια μου είδα τα πουλιά και τούς χαρταετούς να έχουν στήσει πραγματικό πόλεμο. Οι χαρταετοί προσπαθούσαν με τους ξύλινους σκελετούς τους να χτυπήσουν τα πουλιά, κι εκείνα με το ράμφος τους τράβαγαν να κόψουν τις ουρές των χαρταετών!
«Εεε...σταματήστε..σταματήστε..», τούς φώναξα, μπαίνοντας πετώντας γρήγορα ανάμεσά τους. Όλοι παραξενεύτηκαν που είδαν έναν άνθρωπο να πετάει μπροστά στα μάτια τους και σταμάτησαν.
« Τί κάνετε εδώ;» τους φωνάζω.
«Θα τους κάνουμε κομμάτια τους ψευτο-αετούς»,μου λέει ένας αληθινός αετός με υπέροχα μεγάλα φτερά.
« Μα γιατί; Τί σας έκαναν», τον ρωτάω.
«Άκου για να καταλάβεις», μου λέει ο αετός. «Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, αυτοί οι παλιοχαρταετοί, ανεβαίνουν ψηλά και μας ενοχλούν, μας τρομάζουν. Και εμείς πάμε όλο και πιο ψηλά για να γλυτώσουμε απ’ αυτούς. Φέτος όμως, αυτοί έκοψαν τους σπάγκους που τους κρατούσαν για να φύγουν μόνοι τους μακριά, κι άρχισαν ν’ ανεβαίνουν εδώ πάνω, που μόνο εμείς φτάνουμε. Γι αυτό κι εμείς τα πουλιά αποφασίσαμε να τους τιμωρήσουμε».
«Εμείς θα σας νικήσουμε», είπε ένας τεράστιος χαρταετός πού είχα μπροστά του.
«Εεε, σταματήστε πια», τους φώναξα θυμωμένος. Δεν ντρεπόσαστε; Τι κερδίζετε με το να τσακωνόσαστε; Σας χωράει όλους ό ουρανός… Δεν ντρέπεστε να μαλώνετε; Κι εσείς οι χαρταετοί, δεν σκεφτόσαστε τα παιδιά που είναι στενοχωρημένα που σας έχασαν, κα δεν σκέφτεστε ότι δεν είστε φτιαγμένοι για να πετάτε μόνοι σας; Καθετί στη φύση είναι πλασμένο για να κάνει κάτι, κι όταν πάει να γίνει κάτι άλλο που δεν είναι, το πληρώνει άσχημα. Άλλη φορά να μη κόβετε τούς σπάγκους σας γιατί και τα πουλιά ενοχλείτε και τα παιδιά στενοχωριούνται πού σας χάνουν».
Τα πουλιά κι οι χαρταετοί, κοίταζαν ο ένας τον άλλο όταν άκουσαν τα λόγια μου. Φαίνεται πως τούς έκαναν εντύπωση και το ξανασκέφτηκαν.
«Άντε λοιπόν,» τούς φώναξα. «Σταματήστε να τσακώνεστε και γίνετε φίλοι».
Και πραγματικά, τα πουλιά και οι χαρταετοί, αγαπημένοι, έπαψαν να πολεμάνε μεταξύ τους. Τα πουλιάγύρισαν στις φωλιές τους και οι χαρταετοί στα παιδάκια, που τους περίμεναν και ξανάγιναν χαρούμενα που είχαν πάλι τούς αετούς τους. Κι όσο για μένα, ε… έκανα μια μικρή αταξία. Έγινα πολύ μικρός και πέταξα ψηλά, καθισμένος πάνω στον τεράστιο πολύχρωμο χαρταετό, που είχα γνωρίσει πριν λίγο.

Η αγαπημένη συγγραφέας, Φραντζέσκα Αλεξοπούλου Πετράκη,με την ιστορία της"Ταξίδι στ’ άστρα",συνομιλεί με τους μαθητές και της μαθήτριες και περιμένει τα ερωτήματά τους.

 Το γαλάζιο φως της προβολικής οθόνης καθρεφτιζόταν στα ανήσυχα πρόσωπα του Gio -2  και της Pen-3, αυτό το γλυκό δειλινό-2  της  μέρας 311/5/3.
-          Δεν μπορώ να τους καταλάβω... Γιατί το κάνουν αυτό Pen-3; Αναρωτιέται ο Gio-2, ο μεγαλύτερος αδελφός της Pen- 3 και τα πεπλατυσμένα ακροδάκτυλά του τρέχουν ανυπόμονα στο κυκλικό πληκτρολόγιο.
-          Είναι απλό αδελφούλη μου! Εσύ προσπαθείς να το εξηγήσεις με την κυβιστική λογική σου αλλά τα προ-προ-προγονάκια μας σκέφτονταν με την απλή τετράγωνη λογική τους... απαντά η Πηνελόπη – 3, που όλοι φώναζαν Pen -3. Και άντε βιάσου, γιατί δεν θα τελειώσουμε ποτέ την έρευνα που μας έχει αναθέσει ο προγυμναστής μας για την ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ και ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗ στο παρελθόν του ανθρωπίνου γένους.
-          Είναι ασύλληπτα και ακατανόητα τα στοιχεία που κατεβαίνουν όταν κλικάρω τις δυο αυτές απαρχαιωμένες λέξεις!
-          Σωστά το είπες, «απαρχαιωμένες λέξεις», γιατί ,σαν έννοιες είναι διαχρονικές. Άντε πια, σταμάτα σε κάτι, ζαλίστηκα! μαλώνει τρυφερά τον αδελφό της η Pen-3 και πατάει το στοπ:  ΟΚ! Ας δούμε αυτό: Αίσωπος – Τζίτζικας και Μέρμηγκας – Μύθος ...μπλα μπλα μπλα και ο εγκέφαλός της απορροφά όλη την αγαπημένη ιστορία... Υπέροχη ιστορία θα έλεγα, αποκρίνεται στον αδελφό της όταν έχει γίνει η καταχώρησή της σε ένα από τα υπεραναπτυγμένα τεταρτημόρια του μυαλού της. Το χαρούμενο και ανόητο τζιτζικάκι φτάνει να ζητάει βοήθεια από το εργατικό μυρμήγκι που μάζευε την τροφή του το καλοκαίρι για να έχει και όταν θα έρθει το κρύο! Κλασική περίπτωση αποταμίευσης και φροντίδας για το μέλλον...
          Ο Gio-2 της ρίχνει μια ματιά – λίγο μπερδεμένος..
-          Θα μπορούσαμε να δούμε και κάτι ακόμα; Να, να εδώ! Τι έχουμε εδώ; Σκιουράκια! Αχ, μου φαίνονται πολύ σκανταλιάρικα... Φοβερές ταχύτητες κινήσεων, σχολιάζει ο αδελφός της – λίγο άσχετα...
-          Μην ξεφεύγουμε από το θέμα μας, άσε τις ταχύτητες. Ορίστε και εδώ η φύση μας δίνει το παράδειγμα. Μαζεύουν καρπούς,  με κόπο, και τους φυλάνε στο σπιτάκι τους για αργότερα που δεν θα υπάρχουν... Μα και οι άνθρωποι το ίδιο έκαναν. Πάντα είχαν την εξυπνάδα να αντιγράφουν την φύση, αυτό πρέπει να το αναγνωρίσουμε στους προγόνους μας. Κοίτα αυτό τώρα:  Λαϊκή παροιμία- Φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι!!! Πόσο αλήθεια είναι αυτό αλλά και πόσο απλοϊκό μοιάζει... παρατηρεί η μικρή ορθολογίστρια .
-          Τι θες να πεις; Εδώ το έχει σαν λαμπρό παράδειγμα αποταμίευσης. Το ένα μπορεί να γίνει πολλά και η ιστορική αναδρομή δείχνει ότι αυτό ακολούθησαν σαν αρχή σταθερά, πολλούς  αιώνες οι άνθρωποι... φέρνει τις αντιρρήσεις του λίγο βαριεστημένα ο αδελφός της,  πιο πολύ γιατί ξέρει ότι ο προγυμναστής τους θα είναι αμείλικτος όταν παρουσιάσουν την εργασία τους.
-          Σκέψου αυτό: καλό το «σακούλι» για να αρχίσεις να μαζεύεις , αλλά αν τρυπήσει;  Εξάλλου, απλά μαζεύεις – αυτό το πως το λέγαν;  Χρήματα;  -  απλά μαζεύεις. Δεν αποκτάς περισσότερα... Γι’ αυτό, δες, στην πορεία, βρήκαν τρόπους για να ασφαλίσουν τα «φασούλια» και να τα πολλαπλασιάσουν.  Δημιούργησαν  «τράπεζες» - πολύ έξυπνη ιδέα – που τους πρόσφεραν όλα αυτά. Τα πολλαπλασίαζαν με τους «τόκους» και κυρίως ήταν ασφαλισμένα...Έτσι, κάθε μικρός του 20ου αιώνα δεν είχε παρά να κάνει οικονομία, να γεμίζει τον «κουμπαρά» του και να τον πηγαίνει συχνά στην τράπεζα για να τον αδειάζει. Έτσι εκπαιδευμένος, θα είχε ένα σίγουρο μέλλον.
-          Πως το είπες αυτό;  Κουμπαράς;  Για να το ψάξουμε λίγο, λέει ο Gio-2 και το κλικάρισμα τον γεμίζει άπειρες εικόνες και  παραλλαγές. Ουάου! Είναι σαν παιγνίδια! αναφωνεί  ενθουσιασμένος και τα δείχνει στην αδελφή του.
Η σκέψη της Pen-3 όμως, έχει ξεφύγει και τρέχει αλλού. Σκέφτεται  τις διαστάσεις της οικονομίας σε άλλους τομείς, για παράδειγμα την οικονομία της ενέργειας. Χωρίς να πει κουβέντα, παίρνει το πληκτρολόγιο και οδηγεί τον αδελφό της στα χρόνια του 25ου αιώνα, τον 2ο Μεσαίωνα, όπως τον χαρακτήρισαν. Οι άσκοπες σπατάλες ενέργειας και η απρονοησία του ανθρώπου απέναντι στη φύση, οδήγησαν σε ένα «σκοτάδι» την εξέλιξη της ανθρωπότητας. Οι εικόνες που περνάνε μπροστά από τα μάτια των δύο παιδιών είναι ζοφερές και τους κάνουν να τρέξουν γρηγορότερα για να έρθουν στο δικό τους σήμερα,το 311/5/3, δηλαδή  την Τρίτη χιλιετηρίδα, τον πέμπτο αιώνα, την τριακοστή εντέκατη ημέρα, στο δεύτερο δειλινό της ημέρας (γιατί ναι, μπορούσαν να έχουν δυο φορές το δειλινό που αγαπούσαν και καμιά φορά την ώρα του πρωινού ξυπνήματος που τόσο μισούσαν!).
-          Ουφ! Φτάνει με το παρελθόν! Προτιμάω την τωρινή μας ζωή όπως έχει διαμορφωθεί! συμπεραίνει ανακουφισμένη η Pen-3. Πάμε για μια βολτούλα στα άστρα; και  χωρίς να περιμένει απάντηση τραβάει από το χέρι τον αδελφό της και βγαίνουν «έξω».
Το «έξω» ήταν το εσωτερικό ενός τεράστιου γυάλινου θόλου της διαστημικής βάσης  SEIRIOS2a με τεχνητή ατμόσφαιρα  και ειδικές συνθήκες βαρύτητας. Αφού τα δυο παιδιά σεργιάνισαν άσκοπα εδώ και κεί, αποφάσισαν να ζητήσουν άδεια εξόδου. Η άδεια τους δόθηκε αμέσως από τον κεντρικό ελεγκτή, μπήκαν στο ηλιακό τους διθέσιο δίσκο και ...τσούπ! Νατοι σε μια σύντομη βόλτα γύρω από τα άστρα με παντιλίκια, απότομες ανάποδες τούμπες και άφθονο γέλιο.
-          Ξέρεις τι λέω; λαχανιασμένος από τα γέλια ο Gio-3, είχε μια ωραία ιδέα:  πάμε να δούμε τον Marko-12, τον έχω επιθυμήσει... 
Και η Pen-3  συμφώνησε αμέσως, γιατί ήταν ο αγαπημένος τους φίλος, που μαζί σκαρώναν ένα σωρό ζαβολιές. Η υποδοχή που τους έκανε ο Marko-12, ήταν αντάξια της αγάπης που του είχαν:  αναβόσβησε άπειρες φορές ταυτόχρονα όλα του τα λαμπάκια – σε σημείο που η μαμά του φοβήθηκε μήπως είχε  βραχυκυκλώσει -  κούνησε τόσο τρελά τις τρεις κεραίες του που παραλίγο να γίνουν κόμπος!
-          Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο σας σκεφτόμουν! Έχω να σας δείξω κάτι καταπληκτικό! Ο πατέρας μου, που εργάζεται όπως ξέρετε στην αρχαιολογική βάση Aetos511, μου έφερε ένα μοναδικό συλλεκτικό κομμάτι. Θέλοντας να εμβαθύνω στην ουσία του και στην συναισθηματική φόρτιση των προκατόχων του, έβαλα μπρος τους αισθητήρες μου και ανακάλυψα κάτι μεγαλειώδες. Το χρηστικό αυτό αντικείμενο, είχε μεγαλύτερη δύναμη και από τα μικρά αγάλματα που κάποτε οι άνθρωποι πίστευαν για θεούς.  Κατόρθωνε να δίνει δύναμη και ελπίδα. Το κρατούσαν τα παιδιά στην αγκαλιά τους και ένιωθαν μια ζεστασιά και μια σιγουριά για το μέλλον τους. Το πνεύμα τους έπαιρνε δύναμη και άρχιζε τα ανήσυχα ταξίδια του στους δρόμους της φαντασίας και της εξέλιξης. Οι μεγαλύτεροι τα εκπαίδευαν από μικρά να «λειτουργούν» αυτά τα αντικείμενα, γεμίζοντάς τα με κέρματα, και ίσως ήταν και αυτός ο τρόπος που δημιουργούσε όλη αυτή την ενέργεια. Επίσης, και οι ίδιοι οι μεγάλοι έκαναν και αυτοί την ίδια χρήση του αντικειμένου, καταλήγοντας πάντα στα ίδια φορτισμένα συναισθήματα. Τι να σας πω! Εντυπωσιάστηκα! Τόση θετική ενέργεια, τόση δύναμη! Μόνο που πρέπει να συνεχίσω τις έρευνές μου, για να μάθω και πως ονομαζόταν αυτό το «μαγικό» αντικείμενο... Μα καλύτερα να σας το δείξω ! είπε ο Marko-12 και οι οκτώ ροδίτσες του οδήγησαν την παρέα μπροστά από μια γυάλινη βιτρινούλα – κύβο. 
Στρογγυλοκαθισμένος πάνω σε ένα κομμάτι ύφασμα βρισκόταν ανέπαφος από τον χρόνο ένας μικρός πήλινος κουμπαράς με μια χαραμάδα στο πάνω μέρος που θύμιζε χαμόγελο!
-       «ΚΟΥΜΠΑΡΑΣ!» αναφώνησαν τα δυο αδέλφια ταυτόχρονα και κοιτάχτηκαν με νόημα... Πραγματικά, τώρα ήξεραν τι θα πουν στον προγυμναστή τους ...

Η αγαπημένη συγγραφέας,Φωτεινή Φραγκούλη,
συνομιλεί μαζί σας με την ιστορία της,"Καλοκαίρι στο κεφάλι" και περιμένει τα ερωτήματά σας.

                              Καλοκαίρι στο κεφάλι
 Μια φορά κι έναν καιρό, σε έναν  τόπο που ο χειμώνας φτάνει γρήγορα και ξεχνά να φύγει, ζούσε ένα  αγόρι  στην άκρη της μικρής πόλης. Μικρό ήταν και το αγόρι. Ο Χαράλαμπος. Έτσι τον έλεγαν. Και δεν τον φώναζε κανείς ούτε Χάρη ούτε Λάμπη. Μόνο Χαράλαμπο και  Χαραλάμπη. Το όνομά του, το ταίριαξε με τη ζωή του, τα γενέθλιά του που ήταν κατακαλόκαιρο και έλαμπαν όλα, ο ήλιος, τα γενέθλια, το όνομά του.
Πολλά αγαπούσε ο μικρός Χαράλαμπος. Να τα πούμε όλα; Όχι. Ας πούμε όμως λίγα:
 
   Σχέδιο Δ.Κατσούδας
Αγαπούσε τους γονείς του, την αδελφούλα του, τη γιαγιά του, την τρίχρωμη μπάλα του, τις ξύλινες μπογιές του, τα πουλιά, το καρπούζι και τη μυρωδιά του. Τις κερασιές ανθισμένες, και τα κεράσια πολύ και το καλοκαίρι ακόμα περισσότερο.
Αλλά κι αυτό το καλοκαίρι, μαύρα μάτια κάνανε να το δούνε και ο μικρός μας φίλος έβλεπε τα σύννεφα να κατεβαίνουν χαμηλά, να σκοτεινιάζει ο τόπος, να φέρνουν βροχές και χιόνι που έκλεινε την πόρτα τους και έλεγε συνέχεια:
“Μαμά, πότε θα 'ρθει το καλοκαίρι;”
“Το καλοκαίρι πότε θα 'ρθει, μπαμπά;”
“Αργεί ακόμα το καλοκαίρι, γιαγιάκα;”
Και όσο έλεγε τη λέξη που αγαπούσε τόσο ζεσταινόταν η καρδιά του, γιατί τα χέρια του ήταν πάντα κρύα και το βράδυ τα δυο αδερφάκια κοιμόταν με τις κάλτσες τους, αφού το σπίτι δεν ζεσταινόταν, όσα ξύλα και αν έριχναν στη σόμπα τους.
Έλεγε η μαμά του: “Αχ βρε Χαραλάμπη, άλλα παιδιά τρελαίνονται για χιόνι, εσύ γιατί δεν το αγαπάς;”
“Το αγαπώ λίγο, λίγο το αγαπώ, απαντούσε. Και συνέχεια ζωγράφιζε, ζωγράφιζε ήλιους και ήλιους, καρπούζια και καρπούζια και γλάστρες με βασιλικό και τη θάλασσα που ήταν μακριά τους, που ήταν όμορφη και πλατιά και μεγάλη.
 “Μπράβο Χαραλάμπη μου, ζωγράφε μου εσύ!”, έλεγε η γιαγιά του που τον αγαπούσε και τον καταλάβαινε. “Μπράβο, το μυαλό, να ξέρεις, είναι καλή αποθήκη. Φύλαγε τον ήλιο σου και το καλοκαίρι σου εκεί. Ό,τι αγαπάς μπορεί να αργεί, αλλά έρχεται.
Ο μικρός Χαράλαμπος πήγαινε στο παράθυρο και έλεγε στα σύννεφα, στην αρχή με καλό τρόπο:
“Φύγετε παρακαλώ, μπορείτε να φύγετε να δω τον ήλιο;”. Πολλές φορές το έλεγε. Πολλές. Και μετά θύμωνε: “Θα φύγετε επιτέλους; Θα φύγετε πια;” Και ακόμα πιο θυμωμένος: “ Ξουτ, ξουτ από δω”.
Μια μέρα ένας κότσυφας πήγε στο παράθυρό του και του πρότεινε τραγουδιστά:
“Τσίιιρ, τσίιιρ, τσιρ τσιρ, βρε Χαραλάμπη, βάλε βρε ένα ψάθινο καπέλο, κίτρινο, σαν τη μύτη μου κίτρινο, να ξεγελάσεις τα σύννεφα, να φέρεις καλοκαίρι.
Και ο μικρός μας φίλος μια και δυο πήρε τα λιγοστά χρήματα που μάζεψε από τα κάλαντα, έβαλε γάντια, σκουφί και κασκόλ και πήγε στο κέντρο της πόλης.
-Ένα ψάθινο καπέλο για τον ήλιο. Κίτρινο παρακαλώ!
Ο έμπορος τον κοίταξε αυστηρά και του είπε:
-Πέρνα σε τέσσερις, πέντε μήνες, παιδί μου.
Πάει σε άλλο μαγαζί.
-Ένα ψάθινο καπέλο για τον ήλιο. Κίτρινο παρακαλώ!
-Δεν έχουμε αγόρι μου τέτοια εποχή ψάθινα καπέλα. Μπα σε καλό σου!
Στο τρίτο μαγαζί ο κύριος έμπορος τον κοίταξε προσεχτικά στα μάτια και του είπε:
-Καλά, περίμενε. Θα σου φέρω από το πατάρι.
-Φτάνουν τα λεφτά να πάρω και της μικρής μου αδερφής;
-Φτάνουν. Πόσο μικρή είναι;
-Δε ζωγραφίζει ακόμα, είπε ο Χαράλαμπος.
Ο κύριος έμπορος ανέβηκε και σε λίγο του έφερε ένα κίτρινο ψάθινο καπέλο, κίτρινο σαν τον ήλιο και τη μύτη του κότσυφα. Και ένα μικρό, άσπρο, με κόκκινη κορδέλα και δυο κερασάκια κόκκινα κολλημένα πάνω της.
-Αχ ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ, έλεγε ο Χαραλάμπης, χοροπηδούσε και έλαμπε από χαρά.
Πήγε να βγάλει το σκουφί, για να φορέσει το ψάθινο καπέλο.
-Άστο, του λέει ο κύριος έμπορος, φόρα το σκουφί σου και βάλε το ψάθινο καπέλο από πάνω. Έχει ψοφόκρυο, μην αρρωστήσεις και σε βρει το καλοκαίρι συναχωμένο.
-Μα το καλοκαίρι θα 'ρθει τώρα, τώρα! Μόλις βάλω το ψάθινο καπέλο!
-Ε καλά, μα εσύ, μέχρι να 'ρθει, φόρα το σκούφο σου. 
-Εντάξει, είπε ο Χαράλαμπος στον καλό κύριο.
Μέχρι να φτάσει στο φτωχικό του σπίτι, οι νιφάδες του χιονιού άρχισαν πάλι το μονότονο χορό τους. Όταν άνοιξε την πόρτα τους και μπήκε, ο ήλιος μπήκε στο σπίτι τους, το όμορφο πρόσωπό του, με το κίτρινο ψάθινο καπέλο πάνω από το σκουφί. Και τα μαγουλάκια του κατακόκκινα από το κρύο, σαν μεγάλα κεράσια δυο.
“Καλώς το καλοκαίρι μου, είπε η μανούλα του, που τον αγκάλιασε και τον φίλησε χαμογελώντας. Και η γιαγιά του, είδε το παράπονό του και τα μάτια του τα βουρκωμένα, τον πήρε στην άκρη και του ψιθύρισε στο αφτί.: “ Μη στεναχωριέσαι, Χαραλάμπη μου, η σκέψη είναι ο πιο καλός τόπος να φυλάξεις τα πολύτιμα που αγαπάς. Κράτα το καλοκαίρι στο κεφάλι”.
Σχέδιο Δ. Κατσούδα

Ο αγαπημένος συγγραφέας Αντώνης Παπαθεοδούλου,μας κάνει ποδαρικό για το 2013, και συνομιλεί μαζί σας με την ιστορία του,"Τί κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια",ενώ περιμένει τα ερωτήματά σας.
"Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια",
εικονογράφηση Γρηγόρης Μουμούρης

Τί κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια;

Ο σκύλος! Που βαρέθηκε τα ίδια και τα ίδια,
τα γαβ τα γουβ και τα σκυλοπαιχνίδια
είπε στον εαυτό του: «Τη σκυλίσια τη ζωή παράτα»
και πήρε την απόφαση να γίνει λίγο γάτα...
Έμαθε άπταιστα να νιαουρίζει,
όταν τον χαϊδεύουνε να γατογουργουρίζει,
το μουστάκι του να μην ξυρίζει,
και τα ψάρια από το κόκαλο να ξεχωρίζει.
Ολημερίς στο σπίτι γρατζουνά τους καναπέδες
κι αναποδογυρίζει τους σκουπιδοτενεκέδες.
Μα οι γάτοι ακόμη τον φοβούνται και δεν έχει κάνει φίλους
και να ξαναγυρίσει σκέφτεται στους σκύλους.

Τί κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια;

Ένα τσουβάλι με παλιά παιχνίδια!
που κάποιος ξεφορτώθηκε όπως όπως
(μπορεί κι ο Άη Βασίλης ο αληθινός, αυτοπροσώπως).
Eίναι ένας νάνος πήλινος με αυτάκια,
πέντε κουτσουρεμένα στρατιωτάκια,
ένα λούτρινο σκυλάκι Δαλματίας,
ένα μπαλάκι και ρακέτες παραλίας,
μια κούκλα μπιμπιμπό σωστή κυρία
και τέλος, ένας γάτος πλαστικός με μπαταρία,
που έχει μείνει πατημένο το κουμπί του
κι έχει ξυπνήσει όλη τη γειτονιά με τη φωνή του.

Τί κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια;

Ένας μικρός που του αρέσει η μουσική
όχι βαριά παραδοσιακή,
ούτε μοντέρνα, φασαρία κανονική
ούτε και τζαζ ή μπλουζ ή ροκ ή κλασική,
ξέρετε τι του αρέσει; Η γατική!
Ακούει μια συμφωνία γατική
σε Νιάου Ματζόρε για γατοβιολί και ούτι
μετά μια γάτων χορωδία λαϊκή
κι έπειτα γατοροκ με ηλεκτρικό κονσερβοκούτι
Όταν νυστάξει βάζει ένα νιαου-νούρισμα αργό
από σολίστα που στο πιάνο είναι γάτα,
το "Μιάου Ωραία Πεταλούδα" που είναι παιδικό
ή απλώς μια ήρεμη γατοσονάτα...
Βαρεθήκατε ν’ ακούτε όλο τα ίδια;
Κάντε ό,τι κι ο μικρός στα κεραμίδια:
Φορέστε ακουστικά στ' αυτιά, κλείστε τα μάτια
και τα ωραιότερα απολαύστε, γατικά κομμάτια!


Τί κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια;

Μα τί άλλο από εξωγήινοι!
Που ήρθαν απ' το γαλαξία 731Μ
στη γη μας κάτω...
και πριν απ' όλους, συναντήσαν ένα γάτο.
Τα νιάου και τα νιάρ ηχογραφήσαν
(ότι είναι η γλώσσα όλων μας νομίσαν).
-Ετσι μιλούν οι γήινοι, είπε ο ένας.
-Να μάθουμε κι εμείς να μας καταλαβαίνει ο καθένας,
είπε ο άλλος,
που ήταν πιο πράσινος και πιο μεγάλος.
Σε στέγες, καμινάδες και ταράτσες,
με τις στολές τους τις αστείες τριγυρίζουν
κι όποτε βλέπουν άνθρωπο νομίζουν,
ότι τη γλώσσα του μιλούν, και νιαουρίζουν!

Τί κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια;

Για ακούστε λίγο πιο καλά! Μήπως δεν ήταν νιάου;
μήπως έμοιαζε πιο πολύ με κουκουβάου;
μήπως αντί για το γατί της διπλανής σας,
μια κουκουβάγια έχει αράξει στη σκεπή σας;
Δεν αναρωτηθήκατε ποτέ,
γιατί ετούτο το πουλί είναι στις γνώσεις άσσος;
Γιατί είναι το πιο σοφό, το πιο έξυπνο στο δάσος;
Είναι γιατί όταν εμείς κοιμόμαστε βαθιά
αυτές που δε νυστάζουν,
μπαίνουν μες στις βιβλιοθήκες μας κρυφά
και όλα τα βιβλία μας διαβάζουν.
Έτσι την ώρα που με ένα παραμύθι προσπαθεί,
η μαμά να μας κοιμήσει
μια κουκουβάγια περιμένει στη σκεπή
...να μπει να μελετήσει.

Τί κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια;

Σσσσς, μη φωνάζετε...
Είναι ένας τίγρης, απ' το τσίρκο το 'χει σκάσει.
Ο Αρλεκίνος την πόρτα του άνοιξε το βράδυ
κι αφού περιπλανήθηκε μες στο σκοτάδι
στην καμινάδα κρύφτηκε, τη νύχτα να περάσει...
Κι οι δαμαστές του, μάταια χτενίζουνε κάθε σοκάκι
με τεντωμένα αυτιά και προσοχή
του τίγρη για να ακούσουν τη φωνή
που για να τους μπερδέψει νιαουρίζει σα γατάκι
Και νιαουρίζει ωραία από γάτα δεν τον ξεχωρίζεις
εκτός αν είσαι γατολόγος και γνωρίζεις.
Άλλωστε όπως του 'πε και του τσίρκου ο Αρλεκίνος
ένα άγριο αιλουροειδές είναι κι εκείνος.
Σήμερα μόνο, μην τον βρουν...
κι αύριο, τρόπο θα βρει στη ζούγκλα να γυρίσει
γι' αυτό προς το παρόν, ας νιαουρίσει.

Τί κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια;

Είναι ένα καναρίνι που φοβάται να πετάξει
κι ένα χρυσόψαρο που τρέμει μην του σπάσουνε τη γυάλα.
Μα που φοβούνται και τα δυό τις γάτες
πριν απ’ όλα τ’ άλλα.
Των γατιών τη γλώσσα έμαθαν, αλήθεια,
σκέφτηκαν πως άμα γάτοι τους τσακώσουν
ίσως σαν τη Χαλιμά να τη γλυτώσουν
ωραία λέγοντάς τους παραμύθια...
Να που μια γάτα ανεβαίνει όμως...
«μιάου φορά κι έναν καιρό», αρχίζουν.
κι ίσως -αν δεν τους έχει κάνει μια χαψιά-
ακόμη συνεχίζουν...

Μα τί άλλο κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια;

Μη βιαστείς!
Ακόμη και στις πιο απλές κι αστείες ερωτήσεις
λίγο αν σκεφτείς, θα βρεις χιλιάδες απαντήσεις.
Αυτοί που απαντάνε με τη μία,
είναι αυτοί που ξέρουν μόνο... μία!
Αντώνης Παπαθεοδούλου

.............................................................................................................................................................
Η αγαπημένη συγγραφέας,Ελένη Δικαίου,συνομιλεί μαζί σας με την ιστορία της "'Οταν ήμουν παιδί".
Όταν ήμουν μικρή φοβόμουν πολύ τα φαντάσματα. Και διάβαζα πολλά βιβλία. Θα μου πείτε τι σχέση έχουν αυτά τα δυo; Να δείτε που έχουν!
 Όταν ήμουν παιδί λοιπόν, τα καλοκαίρια μόλις σουρούπωνε κι  εμείς  οι μικροί είχαμε πια κουραστεί απ’ τα παιχνίδια και τα τρεχαλητά και τον χειμώνα  όταν το κρύο  μας μάζευε νωρίς στο σπίτι, καθόμαστε  κοντά στους  μεγάλους. Άλλες φορές βρίσκαμε κάποιον πρόθυμο να μας πει μια ιστορία,  άλλες πάλι  καθώς λέγαμε τα δικά μας,  τα αυτιά  μας έπαιρναν σκόρπιες λέξεις απ’ τις ιστορίες που έλεγαν οι μεγάλοι μεταξύ τους.      
 Ακούγαμε τότε πράγματα που απόφευγαν οι μεγάλοι μας πουν. Για ξωτικά και νεράιδες με μακριά ξέμπλεκα μαλλιά που χόρευαν το καταμεσήμερο   πλάι στα ποτάμια και τις πηγές  κι  αν κάποιος περνούσε τυχαία από κει  του έπαιρναν την  φωνή του. Για παλιά σπίτια στην Μικρά Ασία  στα οποία   ούτε καν οι Τούρκοι  δεν πλησίαζαν , γιατί  ήταν λέει  στοιχειωμένα απ’ αυτούς που είχαν   κατοικήσει  κάποτε εκεί μέσα. Εμείς τα παιδιά ανατριχιάζαμε , αλλά πού να φύγουμε   κοντά  από τους μεγάλους που τριγύρω είχε πέσει το σκοτάδι.   « Φαντάσματα, φαντασίες!» έλεγε  θυμωμένα ο  μπαμπάς  μου κάθε φορά που αρνιόμουν  να βγω  νύχτα μονάχη μου στην αυλή. Είχαμε αυλές τότε. Και μάλωνε τους άλλους  για τις ιστορίες τους. «Τρομάζετε τα παιδιά!»  
Το φθινόπωρο, όταν άρχιζαν τα  μαθήματα, τα παιχνίδια και τα τρεχαλητά  λιγόστευαν αναγκαστικά. Έλυνα λοιπόν κάτι ασκήσεις αριθμητικής που δεν ήταν και το καλύτερό μου, όταν είδα την μαμά μου να  μπαίνει φουριόζα στο δωμάτιο.
«Άντε πουλάκι μου  μέχρι τον κυρ- Θόδωρο να   πάρεις     λίγο ρύζι   που μας τέλειωσε», είπε.   
Για να πω την αλήθεια, αν δεν ήταν εκείνες οι ασκήσεις της αριθμητικής δεν θα ήμουν τόσο πρόθυμη να σηκωθώ αμέσως επάνω.
«Την ζακέτα σου!»
  Το είχε αυτό η μαμά να με κυνηγάει με μια ζακέτα κι ας ήταν να πάω στο διπλανό σπίτι. Κοντοστάθηκα να την φορέσω και τότε πρόσεξα πως σουρούπωνε.
-Δεν πάω  πουθενά! είπα ξαφνικά
-Γιατί;
-Φοβάμαι. Νυχτώνει!
 Η μαμά μου κατάλαβε αμέσως. Φοβόμουν τα  φαντάσματα.  Βλέπετε όταν ήμουν εγώ παιδί  το «φοβάμαι» δεν είχε καμιά σχέση με « άγνωστους κακούς ανθρώπους». Όλοι είμαστε «γνωστοί και καλοί» στην γειτονιά μας.
“Θα είμαι εδώ στην πόρτα και θα σε  περιμένω”, μου είπε.
Πήρα τα χρήματα που μου έδωσε κι έκανα να φύγω. Όμως προηγουμένως γύρισα και την κοίταξα. Η μαμά μου στεκόταν μπροστά στην εξώπορτα του σπιτιού, το φως που είχε ανάψει   έπεφτε πάνω της και πάνω στο  μενεξελί  φόρεμα    που φορούσε. Έμοιαζε με  καλή νεράιδα, με φύλακα άγγελο . Όσο η μαμά μου βρισκόταν εκεί δεν είχα να φοβάμαι τίποτε. Παρόλα αυτά πήγα τρέχοντας  ως τον μπακάλη της γωνίας, όμως εκεί υπήρχε κι άλλος πελάτης πριν από μένα. Είχαν πιάσει την κουβέντα με τον κύριο Θόδωρο και μέχρι να μου δώσει το ρύζι για να φύγω θα πρέπει να πέρασε κάμποση ώρα. Τελικά  το πήρα και ετοιμάστηκα να γυρίσω πάλι τρέχοντας στο σπίτι μας. Έβλεπα το φως στην εξώπορτα και την μαμά μου με το  μενεξελί της φόρεμα να με περιμένει.  Παρόλα αυτά  ένα φόβο τον ένιωθα, είχε νυχτώσει για τα καλά πια . 
«Μαμά!» Φώναξα για να νιώσω σιγουριά ακούγοντας τον ήχο της φωνής της. «Μαμά!»
 Όμως δεν μου απάντησε κανείς. Η μενεξελιά σκιά είχε χαθεί απ’ την φωτισμένη πόρτα μας κι είχαν μείνει μόνο κάτι άλλες σκιές, μαύρες,  σκοτεινές,  που σάλευαν ανάμεσα στα δέντρα της αυλής μας.
«Μαμά μου φαντάσματα!» τσίριξα πανικόβλητη και αντί να περάσω ανάμεσά τους για να πάω στο σπίτι μας, όρμησα στο διπλανό.
-Νονά μου!!
Θα ήμουν τότε δέκα , έντεκα  χρονών, αλλά ακόμη θυμάμαι την αναστάτωση που είχα δημιουργήσει. Η νονά μου, που με πήγε  πίσω στο σπίτι μας,  προσπαθούσε να με πείσει πως οι σκοτεινές σκιές δεν ήταν παρά τα γυμνά κλαδιά των δέντρων της αυλής που τα σάλευε ο φθινοπωρινός άνεμος, ενώ η μαμά μου με διαβεβαίωνε πως μονάχα μια στιγμή είχε λείψει απ’ την θέση της μπροστά στην εξώπορτα γιατί αργούσα κι έπρεπε να ρίξει μια ματιά στο φαγητό.
«Φαντάσματα! Φαντασίες!» είπε για μια ακόμη φορά ο μπαμπάς   αγριοκοιτάζοντας την μαμά μου και την νονά, γιατί ήταν απ’ τις πιο καλές  στο να λένε τέτοιου είδους ιστορίες.
« Μα έχει μια φαντασία κι αυτό το παιδί!» προσπαθούσαν να δικαιολογηθούν εκείνες. « Φαίνεται  στις εκθέσεις που γράφει στην τάξη του. Είναι που διαβάζει   πολλά βιβλία!»
Τότε δεν είχα δώσει καμιά ξεχωριστή σημασία στην κουβέντα τους. Μονάχα πολύ αργότερα. Όταν «φαντάστηκα» πως μπορούσε να υπάρχουν και καλά φαντάσματα, σκιές  που απλά αλλάζουν χρώματα το σούρουπο κι αντί να τρομάζουν τα παιδιά μπορούν να γίνουν φίλοι  μαζί τους. Έτσι έπαψα  να τα φοβάμαι πια κι έγραψα  για τον Αιμίλιο και τον Τιμόθεο , τα «Φαντασματάκια της γυάλινης αυλής», που δεν είναι φαντάσματα τρομακτικά,  απλά σκιές σε χρώμα μενεξελί, σαν το φόρεμα που φορούσε εκείνο το βράδυ η μαμά μου!   



Ο αγαπημένος συγγραφέας,Σάκης Σερέφας, συνομιλεί μαζί σας με την ιστορία του "Ένας ασήμαντος δρόμος".             

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένας μικρός επαρχιακός δρόμος που ένιωθε πολύ ασήμαντος. Μια μέρα, αποφάσισε να μπει μέσα σε ένα δάσος για να το εξερευνήσει.
Ξάφνου, είδε από μακριά να πλησιάζει ένα κορίτσι που κρατούσε στα χέρια του ένα καλάθι και φορούσε κόκκινο σκουφί.
– Γεια σου κορίτσι, χαιρέτισε αμέσως ο δρόμος.
– Γεια σου δρόμε, απάντησε το κορίτσι, τόσο απλά, θαρρείς και μήνες τώρα έκανε πρόβες για το πώς ένας άνθρωπος χαιρετά έναν δρόμο.
– Για πού το έβαλες;
– Πηγαίνω λίγο φαγητό στη γιαγιά μου, που είναι άρρωστη, απάντησε το κορίτσι. Ζει μονάχη της σε μια καλύβα, στο δάσος. Μα, δεν το ξέρεις;
– Έλα, ανέβα να σε πάω, της πρότεινε ο δρόμος.
– Σε ευχαριστώ, μα ως γνωστόν, δεν μπορεί να γίνει αυτό. 
– Και γιατί παρακαλώ; Περπατώντας επάνω μου δεν θα χρειάζεται να βαδίζεις ανάμεσα στα αγκάθια, ούτε να χτυπάς τα πόδια σου στις πέτρες. Είμαι ένας καλοφτιαγμένος δρόμος. Θα σε πάω γρήγορα και άνετα στη γιαγιά σου, και θα σε περιμένω για να σε γυρίσω πίσω. Χώρια που δεν θα είσαι μόνη σου.
– Μα δεν είμαι μόνη μου.
Ο δρόμος κοίταξε απορημένος τριγύρω.
–Δεν βλέπω κανέναν, της είπε.
 – Εσύ μπορεί να μη βλέπεις, όμως μας βλέπουν εκείνα. Για εσένα δεν είμαι σίγουρη αν σε παρακολουθούν εκείνα, γιατί, απ’ ό,τι φαίνεται είσαι πολύ καινούργιος, αλλά εμένα με βλέπουν σίγουρα εκείνα και περιμένουν να δουν τι θα κάνω στη συνέχεια. Βλέπεις, έχω φανατικό κοινό, εδώ και πολλά χρόνια.
– Ποια είναι τα «εκείνα» που μας βλέπουν;
– Τα παιδιά βρε δρόμε, τα παιδιά που διαβάζουν ή ακούν την ιστορία μου. Πρέπει κάθε μέρα να κάνω ακριβώς ό,τι  λέει το παραμύθι μου. Να μπω στο δάσος, να συναντήσω τον λύκο, εκείνος να πάει πρώτος στην καλύβα της  γιαγιάς μου, να τη φάει, μετά να πάω κι εγώ, να με φάει κι εμένα, και όλα τα σχετικά. Ουφ και πάλι ουφ! Δεν χρειάζεται τώρα να σου τα ξαναλέω, το παραμύθι στο οποίο πρωταγωνιστώ είναι πασίγνωστο! Δεν το ξέρεις; Μα, που ζεις;
 Ο δρόμος έμεινε έκπληκτος από αυτά που άκουσε και σώπασε για δώδεκα δευτερόλεπτα. Κι άλλα δώδεκα.  Ώσπου άρχισε να μιλά.
 – Φωτιά θα γίνω και θα χυθώ πάνω στο κακούργο λύκο να τον κάνω στάχτη, για να σε σώσω ποτάμι θα γίνω και θα τον πνίξω, σπαθί και θα τον τρυπήσω πέρα ως πέρα σα σουβλάκι, πιρούνι και θα τον πιρουνιάσω σα μπάμια, μύγα θα γίνω να μπω στα ρουθούνια του να τον γαργαλίσω μέχρι που να σκάσει από τα χαχανητά…
– Ρε δρόμε, μήπως είσαι λίγο βλαμμένος;
– Μετεωρίτης θα γίνω και θα πέσω πάνω του να τον κάνω σκόνη, τυραννόσαυρος για να τον κάνω μια χαψιά, φούρνος μικροκυμάτων για να τον ψήσω μέχρι να καρβουνιάσει, γιγάντιο κεφτεδάκι θα γίνω και θα σφηνώσω στον λαιμό του να πνιγεί, κανόνι θα γίνω και θα τον…
– Μου φαίνεται ότι τρελός παπάς σε βάφτισε, μωρέ δρόμε, είπε το κορίτσι κι άρχισε να κατευθύνεται προς το δάσος.
Μόλις ο δρόμος είδε το κορίτσι να φεύγει, συνήλθε αμέσως.
– Μη φεύγεις, περίμενε, θα σου εξηγήσω! της φώναξε.
Το κορίτσι κοντοστάθηκε.
– Εντάξει, εξήγησέ μου, αλλά κάνε γρήγορα, γιατί δεν μπορώ να αργήσω στο ραντεβού μου με τον λύκο. Λοιπόν, λέγε, τι σ’ έπιασε και είπες όλες αυτές τις παλαβομάρες;
  Ο δρόμος πήρε μια βαθιά ανάσα και τα είπε όλα μαζεμένα:
 – Είπα εκείνα τα λόγια πριν γιατί ήθελα να γίνω κι εγώ σπουδαίος μέσα στο παραμύθι στο οποίο ζεις εσύ, να κάνω κάτι πολύ ηρωικό και σούπερ μεγαλειώδες ώστε να μιλάνε και για μένα οι αναγνώστες σου μετά, να γίνω διάσημος, να βγαίνω στον δρόμο και να με αναγνωρίζουνε, να λένε «Να ο δρόμος που γλύτωσε την Κοκκινοσκουφίτσα από τον κακό τον λύκο», τα παιδιά να κλείνουν το βιβλίο με την ιστορία σου και να λένε το ένα στον άλλο «Έτσι ατρόμητος σαν εκείνον τον δρόμο θέλω να γίνω κι εγώ όταν θα μεγαλώσω» ή «Αχ, πόσο θα ήθελα μια μέρα να συναντούσα αυτόν τον θαρραλέο δρόμο στον δρόμο μου»… Να λοιπόν γιατί σου είπα εκείνα τα λόγια πριν…
– Αχ, βρε δρόμε, πόσα έχεις να μάθεις ακόμα, του απάντησε το κορίτσι! Δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτε από όλα εκείνα τα «κουφά» που έλεγες πριν ότι θα κάνεις. Μα τίποτα! Αρκεί να είσαι ο εαυτός σου και όλα θα πάνε καλά!
– Μα, νιώθω τόσο λίγος μπροστά σε εσένα! Εσένα σε θαυμάζουνε και σε θυμούνται όλοι, γιατί ζεις μέσα σε ένα διάσημο παραμύθι. Ενώ εγώ, τι είμαι; Ένα τίποτα είμαι. Ένας ασήμαντος δρόμος, που κανείς δεν με ξέρει κι ούτε με θυμάται…
– Μα, τι είναι αυτά που λες; Ασήμαντος εσύ;   Εσύ που βοηθάς τον χωρικό να πάει με το τρακτέρ στο χωράφι του, το παιδί στο σχολείο του με λεωφορείο, τη γιαγιά στο νοσοκομείο με ασθενοφόρο; 
– Ναι, αλλά αυτά όλα ξεχνιούνται, δεν ζω μέσα σε κάποιο παραμύθι για να με θυμούνται για πάντα…
– Άκου καλά και να το θυμάσαι για πάντα αυτό που θα σου πω. Όλοι μας ζούμε μέσα σε ένα παραμύθι, στο δικό του παραμύθι ο καθένας Αυτό που απομένει είναι βρεθεί κάποιος να το αφηγηθεί στους άλλους.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα κουδούνισμα. Ήταν από το κινητό τηλέφωνο του κοριτσιού. Ο δρόμος την άκουσε να λέει: «Ναι, μάλιστα, εντάξει, σε δυο λεπτά θα είμαι εκεί. Αμόλα κάνα δυο τρομαχτικά ουρλιαχτά, κάνε τα μάτια σου να πετάνε σπίθες, δείξε και λίγο τα δόντια σου στο κοινό για να έχουν κάτι να απασχολούνται, κι έφτασα!»
– Ο λύκος ήταν, μου λέει ότι άργησα. Πρέπει να φύγω αμέσως. Καλό δρόμο, δρόμε! είπε το κορίτσι κι έφυγε τρέχοντας.
Κι ο δρόμος απόμεινε πάλι μονάχος, αναζητώντας νέες περιπέτειες.
 Θέλει κάποιος από εσάς τους αναγνώστες να συνεχίσει την ιστορία του; 
     

Η αγαπημένη συγγραφέας, Κατερίνα Μουρίκη,συνομιλεί με τα παιδιά με τις «Αναμνήσεις».
 Γεννήθηκα σε μια γειτονιά της Αθήνας τον καιρό που οι  δρόμοι ήταν άδειοι από αυτοκίνητα και γεμάτοι από παιδιά. Οι πρώτες πολυκατοικίες,  που ξεφύτρωναν ανάμεσα στις αλάνες και τα χαμηλά σπιτάκια,  είχαν τέσσερις ορόφους το πολύ και καθόλου ασανσέρ. Τα  ιδιωτικά αυτοκίνητα λιγοστά και τα περισσότερα ταξί πειρατικά. Έτσι λέγανε όσα κυκλοφορούσαν χωρίς επαγγελματική άδεια.
Η τηλεόραση δεν υπήρχε ούτε στο λεξικό και ο κινηματογράφος ήταν μια ψυχαγωγία που τη λαχταρούσανε πολλοί ενώ την απολάμβαναν ελάχιστοι. Έτσι  οι ελεύθερες ώρες περνούσαν με παιχνίδια μέσα στις αυλές, τις αλάνες  και τους άδειους από αυτοκίνητα δρόμους.  Παίζαμε, γελούσαμε, κλαίγαμε, μαλώναμε και ξαναγαπιόμασταν. Κι όταν κουραζόμασταν, καταϊδρωμένοι από το τρεχαλητό και το παιχνίδι, μαζευόμασταν στο σπίτι για να… ταξιδέψουμε με όχημα κάποιο βιβλίο.
Δεν είχαν όλα τα σπίτια βιβλιοθήκη. Μερικά δεν είχαν καν βιβλία. Μα όσα είχαν έπαιζαν το ρόλο του πολιτιστικού κέντρου. Δάνειζαν βιβλία και περιοδικά και στα άλλα παιδιά.  Άλλοτε διαβάζαμε μαζί.  Τα καλοκαίρια στην αυλή. Το χειμώνα στο σπίτι μας. Ο πιο καλός στην ανάγνωση άρχιζε να διαβάζει κι οι άλλοι άκουγαν προσεχτικά. Όταν κουραζόταν  συνέχιζε κάποιος άλλος κι ύστερα άλλος… Διαβάζαμε παραμύθια, διηγήματα,  μυθιστορήματα. Τα τελευταία κομμάτι-κομμάτι περιμένοντας το επόμενο απόγευμα για να μάθουμε τη συνέχεια. Απαγγέλαμε ποιήματα, τραγουδούσαμε, παίζαμε σκετς και φτιάχναμε αυτοσχέδια κοστούμια λεηλατώντας την ντουλάπα της μαμάς με τις ανάλογες… συνέπειες!  Έτσι χωρίς να το καταλαβαίνουμε δημιουργούσαμε ένα είδος λέσχης ανάγνωσης,  με πολλαπλές εκδηλώσεις, που τα μέλη της όλο πλήθαιναν  αφού όλο και κάποιο νέο μέλος ερχόταν. Στην αρχή από περιέργεια και μετά κολλούσε για τα καλά. Γινόταν πιστός. Γιατί άμα γλυκαθείς με της ανάγνωσης το βάλσαμο δεν το κόβεις με τίποτα.
Έτσι μεγαλώναμε, ενώ στο μεταξύ μεγάλωνε κι η γειτονιά μας. Καινούριος κόσμος έφτανε για να γεμίσει τα νέα διαμερίσματα. Αγρότες που άφηναν τη γη τους για να γίνουν εργάτες στα εργοστάσια, θυρωροί στις πολυκατοικίες, γραμματιζούμενοι για τα γραφεία των μεγάλων επιχειρήσεων της Αθήνας. Το δημόσιο σχολείο που φοιτούσα γέμισε με μαθητές από διάφορα μέρη της Ελλάδας.  Καθένας είχε τη δική του προφορά, τις δικές του συνήθειες. Κι αυτό τον έκανε να ξεχωρίζει. Μόνο που τούτη την όμορφη ποικιλία κάποια παιδιά την έβλεπαν σαν αφορμή για πείραγμα. Ίσως αυτό τους έκανε να νιώθουν ανώτεροι… Τι πλάνη!
Η Όλγα ήταν ένα από τα καινούρια παιδιά της Τετάρτης τάξης. Το γεγονός ότι δεν φορούσε παπούτσια μέσα στο καταχείμωνο τράβηξε αμέσως την προσοχή όλων.  Όταν μιλούσε έτρωγε τα τελευταία φωνήεντα  κάθε λέξης δίνοντας τροφή στα πειραχτήρια της τάξης που καραδοκούσαν όπως τα λιοντάρια τα θύματά τους. Και στο διάλειμμα όρμησαν…
Δεν έβγαλε μιλιά. Τους άκουγε με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο του προαύλιου και το κεφάλι κατεβασμένο τόσο που το σαγόνι της ακουμπούσε στο στέρνο της. Την πλησίασα και της έπιασα το χέρι…
Έτσι αυθόρμητα κι απλά ξεκίνησε η φιλία μας…
Η Όλγα έμενε δυο τετράγωνα πιο κάτω από το σπίτι μας. Μπορούσε λοιπόν να έρχεται τα απογεύματα στη «λέσχη». Στην αρχή άκουγε μόνο. Αρνιόταν, με νεύμα του κεφαλιού της, να διαβάσει. Φοβόταν τα ειρωνικά γελάκια. Αυτά που σφάζουν χωρίς αίμα, αλλά δημιουργούν ουλές που δεν τις σβήνει ο χρόνος. Κι όμως κάποια μέρα άπλωσε τα χέρια της και πήρε το βιβλίο. Και συνέχισε το διάβασμα. Και δεν γέλασε κανείς. Όχι μονάχα γιατί στο μεταξύ έκανε σοβαρές προσπάθειες να βελτιώνει την προφορά της αλλά γιατί η αρχοντιά της ψυχής της τους είχε κερδίσει οριστικά.
Η επόμενη χρονιά βρήκε την Όλγα να μας παίζει κουκλοθέατρο. Είχε μάθει από τη γιαγιά της να φτιάχνει μαριονέτες από παλιές κάλτσες και ξύλινες κουτάλες της κουζίνας. Η ιδιαίτερη προφορά της έδινε έναν χαρακτηριστικό τόνο στις μαριονέτες της και οι θεατές ενθουσιάζονταν. Χάρη στην Όλγα η «λέσχη» μας είχε αποκτήσει περισσότερα μέλη από ποτέ.
Τα χρόνια πέρασαν… Ήρθαν οι σπουδές, ο γάμος τα παιδιά κι οι παλιοί συμμαθητές πήραν δρόμους διαφορετικούς, σαν τις αχτίδες του φεγγαριού.
Την Όλγα τη συνάντησα πρόσφατα. Παρά τα γκρίζα της μαλλιά και τις ρυτίδες που στόλιζαν με χάρη το πρόσωπό της κουμαντάριζε με το ίδιο πάθος τις κούκλες της. Αυτή τη φορά για κάποια παιδιά με σοβαρά προβλήματα υγείας. Την πλησίασα συγκινημένη και την έσφιξα στην αγκαλιά μου.
-Τελικά ο δρόμος σου ήταν οι κούκλες, της είπα. Σου αξίζει ένα μεγάλο μπράβο!
-Βασικά στο δρόμο μου, ήσουν εσύ, μου είπε. Σου χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ!


Ο αγαπημένος συγγραφέας Φίλιππος Μανδηλαράς, συνομιλεί με τα παιδιά με την ιστορία του «Μια μύγα,ένα πρωί»
Μια μύγα, ένα πρωί ή μια ιστορία για το πώς φτιάχνεις μια ιστορία σε 30 λεπτά με πρωταγωνιστή εσένα και μια μύγα (και μην πιστέψετε κουβέντα απ’ όσα θα διαβάσετε!)
 Κάθομαι στο γραφείο μου και κοιτάω τη λευκή οθόνη του υπολογιστή. Σήμερα πρέπει οπωσδήποτε να παραδώσω μια ιστορία στον εκδότη μου αλλά δεν έχω καμιά ιδέα τι ιστορία θα είναι αυτή. Μια βδομάδα τη σκέφτομαι κι όλο αλλάζω γνώμη. Στην αρχή ήταν μια ιστορία με εξωγήινους, μετά οι εξωγήινοι γίναν ζώα του δάσους, τα ζώα του δάσους γίνανε γατιά, τα γατιά παιδιά, τα παιδιά ζουζούνια, τα ζουζούνια ξανά εξωγήινοι –ουφ!... Τι να γράψω;… Κοιτάω το ψηφιακό ρολόι στα δεξιά της οθόνης. 6:42. Σε λίγο θα ξημερώσει. Νιώθω τα μάτια μου βαριά από τη νύστα…
Ανοίγω απότομα τα μάτια και ξαναβρίσκομαι μπροστά στη λευκή οθόνη. Το ρολόι δείχνει 6:72. Έχει ξημερώσει. Ακριβώς πάνω από το ρολόι βλέπω μια μύγα. Μια πράσινη μύγα. Δεν το ξέρετε, αλλά τις σιχαίνομαι τις μύγες. Ειδικά τις πράσινες. Αμέσως νιώθω όλες μου τις αισθήσεις σε υπερδιέγερση. Απλώνω αργά το αριστερό μου χέρι και παίρνω ένα περιοδικό. Το κάνω ρολό κι ετοιμάζομαι να χτυπήσω. Η μύγα κοιτάει νευρικά γύρω. Υψώνω απότομα το περιοδικό και χτυπάω με δύναμη την οθόνη. Βζννννν! Η μύγα πέταξε. Κρααακ! Η οθόνη πέφτει στο πάτωμα και σπάει.
 Δεν προλαβαίνω να στενοχωρηθώ γιατί βλέπω τη μύγα να προσγειώνεται στο τζάμι. Τρίβει τα πόδια της. Σηκώνω τη χαλασμένη οθόνη από κάτω και την πετάω στη μύγα. Το τζάμι σπάει σε χίλια κομμάτια. Η μύγα πετάει. Να τη τώρα, έχει καθίσει σ’ ένα σημείο του τοίχου που το βλέπει ο πρωινός ήλιος. Δεν θα μου ξεφύγεις πράσινη μύγα, σκέφτομαι και πάω να φέρω το τρυπάνι.
Τώρα τρυπανίζω σαν τρελός. Η μύγα πάει πιο δεξιά -την ακολουθώ, ανεβαίνει πιο ψηλά στον τοίχο -την ακολουθώ, πιο αριστερά -την ακολουθώ μέχρι που φτάνει ψηλά, κοντά στη στέγη. Δεν μπορώ να τη φτάσω. Ο τοίχος είναι γεμάτος τρύπες. Σκόνη παντού. Δεν θα μου ξεφύγεις, πράσινη αηδιαστική μύγα, σκέφτομαι και πάω να φέρω το κομπρεσέρ.
 Τώρα κατεδαφίζω. Πρώτα τους εξωτερικούς τοίχους και μετά, όσο βλέπω τη μύγα να πετάει από τοίχο σε τοίχο, κατεδαφίζω έναν έναν και τους εσωτερικούς. Σε λίγο όλο το σπίτι είναι ένας σωρός από τούβλα και τσιμέντο. Η μύγα όμως έχει πετάξει δίπλα. Στην πολυκατοικία. Τη βλέπω στο μπαλκόνι του κύριου Τικ… Δε θα μου ξεφύγεις παμπόνηρη πράσινη αηδιαστική μύγα, σκέφτομαι και πάω να φέρω τον εκσκαφέα.
 Τώρα είμαι πάνω στον εκσκαφέα και γκαπ γκουπ ρίχνω με το δυνατό του φτυάρι πρώτα τα μπαλκόνια κι έπειτα τους τοίχους. Η πολυκατοικία είναι πια ένας τεράστιος σωρός από συντρίμμια. Πατάω πάνω τους κι ακολουθώ τη μύγα στη διπλανή πολυκατοικία κι ακόμα παραπέρα. Ένα ολόκληρο τετράγωνο ισοπεδώνω με τον εκσκαφέα μου αλλά η μύγα έχει περάσει το δρόμο κι είναι απέναντι, στο εμπορικό κέντρο… Δεν θα μου ξεφύγεις, άθλια, παμπόνηρη πράσινη αηδιαστική μύγα, σκέφτομαι, και πάω να φέρω τη βόμβα.
Μπαμ! πάνε τα μαγαζιά. Μπουμ! πάει και το επόμενο τετράγωνο. Μπαμ! Μπουμ! πάει η γειτονιά και μετά η συνοικία και μετά τρέχω να φέρω τη μεγαλύτερη βόμβα και Καραμπάμ! πάει ολόκληρη η πόλη, Καραμπούμ! πάει κι η διπλανή. Κι η μύγα πάντα εκεί –βζνννννν- να ζουζουνίζει, κι εγώ να φέρνω όλο και πιο μεγάλες βόμβες μέχρι που ΜΠΑΑΑΑΜ! σκόνη γίνεται η Γη και μετά σκόνη η Σελήνη, ο Άρης κι ο Ήλιος αλλά ο μύγα εκεί –βζνννννν-, σαν τον ήχο τη μαύρης τρύπας που ετοιμάζεται να την καταπιεί. ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!
Μόνο που πρέπει να προσέξω μην καταπιεί και μένα μαζί… ΟΧΙΙΙΙΙ!
Ανοίγω τα μάτια και βρίσκομαι πίσω στο γραφείο μου. Το ρολόι στην οθόνη δείχνει 7:12. Ακριβώς πάνω από το ρολόι βλέπω μια μύγα. Μια πράσινη μύγα. Σηκώνω το χέρι και τη διώχνω. Ίσως να το ξέρετε πια: τις σιχαίνομαι τις μύγες… 


Η αγαπημένη συγγραφέας Χρυσάνθη Τσιαμπαλή,συνομιλεί με τα παιδιά με την ιστορία της
«Στο σκοτεινό υπόγειο…»
Το τηλεφώνημα της γιαγιάς από το χωριό, έπεσε σαν κεραυνός
-Καταστροφή! Τρύπησε η σκεπή! Και τι θα κάνω εγώ, γρια γυναίκα, μόνη μες το καταχείμωνο με μια τρύπα νααααα πάνω από το κεφάλι μου;
 «Ετοιμαστείτε φεύγουμε. Ευκαιρία για μια χειμωνιάτικη εκδρομούλα!» είπαν οι γονείς μας. Εγώ και ο αδερφός μου όμως δεν ενθουσιαστήκαμε καθόλου. Τι θα κάναμε στο χωριό, χωρίς τους φίλους και τα ξαδέρφια μας, μες την καρδιά του χειμώνα; Με μόνη παρηγοριά ότι θα συναντούσαμε τουλάχιστον τη γιαγιά, ντυθήκαμε σαν κρεμμύδια και βαριεστημένα μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Μια ώρα μετά φτάσαμε το σπίτι της γιαγιάς που έβγαινε μέσα από την ομίχλη όπως το αχνιστό φαγητό από την κατσαρόλα. Έξω κάποιος χοροπηδούσε. «Μωρέ κάπου την ξέρω αυτή την κόκκινη σουβλερή μύτη…Ά! Καλέ αυτός είναι ο ξάδερφος!» ίσα που πρόλαβα να σκεφτώ όταν ακούστηκε το φρενάρισμα ενός αυτοκινήτου. Από μέσα πετάχτηκε παραπατώντας, κίτρινη σαν το λεμόνι, η ξαδέρφη μου, που από τις στροφές κάθε φορά έφτανε στο χωριό σαν μαραμένο μαρούλι από την αναγούλα. Κοιταχτήκαμε και οι τέσσερις έκπληκτοι. Η γιαγιά τους είχε φωνάξει όλους!
Η τρύπα βέβαια δεν ήταν παρά… τεσσεράμισι κεραμίδια που είχαν κουνηθεί από τη βροχή και τον αέρα. Έτσι οι γονείς μας, αφού φάγαμε το μεσημέρι, πήγαν στους γείτονες για καφέ.
-Επιτέλους μόνοι! φώναξε τότε ο ξάδερφος. Λοιπόν, ποιος θα με ακολουθήσει στο υπόγειο;
Τον κοιτάξαμε σαστισμένοι. Θέλαμε σαν τρελοί να εξερευνήσουμε το υπόγειο κυρίως γιατί μας απαγόρευαν να πάμε εκεί!
-Ωραία ιδέα, είπα με μισόκλειστο μάτι αλλά, δεν θα είναι σκοτεινά;
-Κατασκότεινα…Και; Φοβάσαι;
-Όχι βέβαια…έτσι ρώτησα!
-Τι να έχει εκεί; αναρωτήθηκε ο αδερφός μου.
-Άκουσα πως έχει παλιά βιβλία του παππού…πετάχτηκα εγώ.
-Και όχι μόνο…συμπλήρωσε αινιγματικά ο ξάδερφος.
-Κι αν μας μυριστούν; ρώτησε η ξαδέρφη.
-Αποκλείεται! απάντησε ο ξάδερφος, πήρε έπειτα το τσαντάκι με τα καλλυντικά της μαμάς του, έβγαλε ένα μαύρο μολύβι και πασάλειψε τα μάτια του. «Έτσι κάνουν οι κομάντος» διευκρίνισε και ο αδερφός μου έκανε το ίδιο. Έπειτα κοίταξαν εμάς. Εγώ πάλι βρήκα ένα αστραφτερό ρουζ και έβαλα κάμποσο στα μάγουλά μου ενώ η ξαδέρφη έβαψε τα χείλη της με ένα κατακόκκινο κραγιόν, όμοιο με εκείνο που έβαζε όταν ντύνονταν βασίλισσα της Νύχτας.
-Τρελαθήκατε; Για εξερεύνηση πάμε όχι στα καλλιστεία!
-Ε όχι να γίνουμε και σα μούμιες! Με τέσσερις άσχημους θα τρομάξει και το… σκοτάδι! τον αποστόμωσα και φύγαμε.
Κατεβήκαμε διστακτικά την απότομη σκάλα. Ο ξάδερφος έφεγγε με το φακό. Η πόρτα ξεκλείδωσε εύκολα. Απόλυτη ησυχία. Ο μοναδικός ήχος που ακούγονταν μέσα στο πυκνό, σκοτάδι ήταν οι καρδίες μας που χτυπούσαν ξέφρενα. Ξαφνικά
ένιωσα κάτι να με αγγίζει.
 -Μη με γαργαλάς! φώναξα εκνευρισμένη στον αδερφό μου.
-Εγώ; Εγώ έχω τα χέρια στις τσέπες! Ξύλιασαν! διαμαρτυρήθηκε εκείνος.
-Και ποιος με γαργαλάει; τσίριξα πανικόβλητη…
-Εγώ… Ομολόγησε διστακτικά η ξαδέρφη. Όταν γαργαλάω μου περνάει ο φόβος.
-Μπα! Τι λες; Περνάει από σένα και έρχεται σε μένα! Και συ τα χέρια στις τσέπες!
-Δεν αφήνετε την πολυλογία να ανοίξουμε κανένα συρτάρι; ψιθύρισε ο ξάδερφος καθώς φώτιζε μια παλιά συρταρέρια.
-Με πάτησες στο πονεμένο δάχτυλο! παραπονέθηκα στην ξαδέρφη.
-Αποκλείεται! είπε εκείνη.
-Ούτε εγώ! πετάχτηκε ο αδερφός μου.
-Και ποιος με πάτησε; ρώτησα με τρεμάμενη φωνή.
-Ίσως κάποιος συγγενής από αυτό που κουνιέται μες το συρτάρι, σχολίασε ο ξάδερφος με κομμένη ανάσα και έκανε πίσω Κοιτάξαμε στο συρτάρι με μάτια γουρλωμένα. Ένας ποντικός στολισμένος με μια λευκή δαντέλα της γιαγιάς είχε θρονιαστεί πάνω σε ένα  Ελληνογαλλικό λεξικό έκδοσης 1955.
Ήθελα να τρέξω τσιρίζοντας, αλλά ακόμη και γι΄ αυτό χρειάζεται κουράγιο… Ξάφνου ο ποντικός, κουκουλωμένος με τη δαντέλα της γιαγιάς, πήδηξε από το συρτάρι και χάθηκε μες το σκοτάδι. Καθώς πηδούσε μου φάνηκε πως ψιθύρισε κάτω από τα μουστάκια του «Ορεβουάρ, μικροί φοβητσιάρηδες…»
Από το υπόγειο φύγαμε ουρλιάζοντας… Για καλή μου τύχη, τον ποντικό δεν το ξανασυνάντησα ποτέ, τουλάχιστον στην πραγματικότητα, γιατί… χρόνια αργότερα ηρωίδα σε ένα από τα βιβλία μου, θα είναι η λεπτεπίλεπτη Γαλλιδούλα ποντικίνα Ζορζέτ…
ΥΓ. Εσείς παιδιά, μήπως φοβάστε κάτι;


Η αγαπημένη συγγραφέας Ιωάννα Μπουλντούμη, με την ιστορία «Δικαίωμα μου»,μοιράζεται μαζί σας τα «πρέπει» και τα «θέλω».
 Γεια σας παιδιά! Είμαι η Τόνια και είμαι πολύ δυστυχισμένη. Κι ο αδερφός μου ο Σταμάτης, μια από τα ίδια. Κι αυτό γιατί ζούμε με μια οικογένεια που αγαπάει τα βιβλία και το διάβασμα. Εμείς προτιμάμε να βλέπουμε τηλεόραση. Και να παίζουμε με το ipad του μπαμπά. Με αυτήν την οικογένεια όμως δεν έχεις άλλη επιλογή. ΠΡΕΠΕΙ να διαβάζουμε ΚΑΙ εξωσχολικά βιβλία... Κι αυτό γιατί ο μπαμπάς είναι κριτικός λογοτεχνίας και η μαμά δουλεύει σε εκδοτικό οίκο, και ο αδερφός της είναι δικηγόρος – άσχετο, αλλά έτσι που έχω μπλέξει, μάλλον δικηγόρο χρειάζομαι.
Κι αφού λοιπόν η οικογένειά μας ασχολείται με τα βιβλία, πρέπει να το κάνουμε κι εμείς. Κι αφού εμείς δε θέλουμε, αναγκαζόμαστε να λέμε ψέματα και να κάνουμε πως διαβάζουμε. Δε φτάνει το άγχος με τα μαθήματα, έχουμε άγχος και με τα άλλα διαβάσματα!
Αχ, ας μας άφηναν στην ησυχία μας. Πού τέτοια τύχη όμως με όλα αυτά τα βιβλία  που μας φέρνει ο μπαμπάς κι η μαμά– ευτυχώς δηλαδή που ο θείος δεν ασχολείται (για φανταστείτε να διαβάζαμε και τίποτα βιβλία με δίκες!). Δεν εννοείται – λένε – να έχουμε οικογένεια βιβλιόφιλων και εμείς να βλέπουμε τηλεόραση! Μα γιατί; Τόσα βιβλία έχουν γίνει ταινίες, το ίδιο δεν είναι;
Βέβαια, οφείλω να πω ότι όταν έρχονται συγγραφείς στο σχολείο μας, σα να μου αρέσει κάπως: έτσι όπως παίζουμε, έτσι όπως δε μας λένε «πρέπει» να διαβάζετε, αρχίζω και το ξανασκέφτομαι…
Μα καλά, δεν μπορούν αυτοί οι συγγραφείς να έρχονται και στα σπίτια μας για κατ’ οίκον παρουσιάσεις; Ολόκληρες βιβλιοθήκες θα διάβαζα έτσι! 
Τι λέτε παιδιά, το οργανώνουμε; 
Με αγάπη,
Τόνια!
 *
Σημείωση της συγγραφέως: Η φιλαναγνωσία έχει να κάνει με την αγάπη για τα λογοτεχνικά βιβλία. Δεν είναι υποχρέωση, είναι δικαίωμα. Αξίζει όμως η προσπάθεια να αναζητήσουμε ένα βιβλίο που αρέσει σε μας κι έτσι να ανοίξουμε το παράθυρο σε έναν κόσμο που είναι – πιστέψτε με- μαγικός! 
                                                        Ιωάννα Μπουλντούμη.

Η αγαπημένη συγγραφέας Χρυσάνθη Καραΐσκου με τις "Καλοκαιρινές εξερευνήσεις" συνομιλεί με τα παιδιά και με την παιδική ηλικία των μεγάλων.
          Όταν ήμουν μικρή, μου άρεσε τα καλοκαίρια να κατεβαίνω στο ρέμα που βρίσκονταν στη γειτονιά μου και να το εξερευνώ μαζί με τους φίλους μου. Πολλά απογεύματα αφιερώναμε σε αυτές τις εξερευνήσεις. Πάντα ψάχναμε να βρούμε κάτι. Τι; Δεν ξέρω. Κάτι που θα έκανε εντύπωση στους γονείς μας και στα άλλα παιδιά.
          Έτσι, ένα απόγευμα, προσπαθώντας να ανακαλύψουμε κάτι καινούριο, ένας φίλος μου άκουσε μία γυναικεία φωνή να καλεί σε βοήθεια. Χωρίς να το σκεφτώ πρότεινα να πάμε να σώσουμε τη γυναίκα. Όλοι, φυσικά, δέχτηκαν και αρχίσαμε να ψάχνουμε μέσα στα χόρτα και τα νερά. Όμως, όσο και να ψάχναμε δε βρίσκαμε τίποτε, μόνο κάτι βατράχια να πηδούν φοβισμένα κάθε φορά που τα πλησιάζαμε. Τότε μου ήρθε μια δεύτερη, ακόμη πιο έξυπνη, ιδέα. Είπα στους φίλους μου ότι μάλλον κάποιοι απήγαγαν τη γυναίκα και την πήγαν σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι που βρίσκονταν στη γειτονιά μας. Επειδή το σπίτι αυτό ήταν έρημο θα ήταν τέλεια κρυψώνα για τους απαγωγείς. Έπρεπε λοιπόν να πάμε εκεί και να τη σώσουμε.
          Στην αρχή όλοι πάγωσαν. Κανείς από εμάς δεν πλησίαζε το σπίτι αυτό γιατί πιστεύαμε ότι είναι στοιχειωμένο. Τελικά όμως αποφασίσαμε να πάμε μιας και η ζωή της άγνωστης γυναίκας εξαρτιόταν από εμάς.
          Πλησιάσαμε αργά στο σπίτι και αφού ρίξαμε μια ματιά μέσα από ένα σπασμένο τζάμι, πήραμε τη μεγάλη απόφαση να μπούμε μέσα. Σκαρφαλώσαμε στο παράθυρο και βρεθήκαμε στο πρώτο δωμάτιο. Αφού το εξερευνήσαμε και πήραμε θάρρος, αποφασίσαμε να πάμε στο επόμενο. Ήμασταν σίγουροι ότι τίποτε πια δε πρόκειται να μας τρομάξει. Έτσι, προχωρήσαμε αργά αργά προς το διάδρομο,  πλησιάσαμε  πατώντας στις μύτες των ποδιών στην πόρτα του δωματίου, πήραμε μια βαθιά ανάσα και μπήκαμε μέσα με φόρα φωνάζοντας όλοι μαζί “ψηλά τα χέρια”. Αμέσως ένας θόρυβος ακούστηκε από το δωμάτιο. Κάτι τρομερά πλάσματα άρχισαν να πετούν σαν δαιμονισμένα. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι ήταν αυτά που φτερούγιζαν πάνω από τα κεφάλια μας. Από το φόβο μας αρχίσαμε να ουρλιάζουμε και τρέξαμε προς το παράθυρο. Για πότε βγήκαμε από το παράθυρο και απομακρυνθήκαμε από το σπίτι δεν το κατάλαβα.
          Όταν φτάσαμε σε ένα ασφαλές μέρος, αρχίσαμε να περιγράφουμε αυτά που είδαμε. Το κάθε παιδί έδινε και μια διαφορετική περιγραφή. Εγώ είδα ένα τεράστιο μαύρο πουλί  με κοφτερά δόντια. Άλλοι μιλούσαν για τεράστια μαύρα πλάσματα, άλλοι για  φαντάσματα που πετούσαν, άλλοι για ιπτάμενα τέρατα με κοφτερά δόντια. Το σίγουρο είναι ότι από το φόβο μας ο καθένας έβλεπε ότι ήθελε.
          Από τότε, κάθε φορά που έπρεπε να περάσω από το δρόμο που υπήρχε αυτό το σπίτι, πάντα έτρεχα για να μη με πιάσουν αυτά τα τέρατα. Όταν μάλιστα σουρούπωνε, δεν το συζητούσα. Προτιμούσα να κάνω το διπλάσιο δρόμο παρά να περάσω έξω από αυτό.       Φανταστείτε τη χαρά μου όταν έμαθα πως το σπίτι αυτό ύστερα από λίγο καιρό θα το γκρέμιζαν και στη θέση του θα έχτιζαν ένα άλλο. Νομίζω ότι εγώ χάρηκα περισσότερο από τους ιδιοκτήτες. Και χάρηκα ακόμη περισσότερο όταν διαπίστωσα, ύστερα από αρκετούς μήνες, ότι στο μέρος που ήταν κάποτε το στοιχειωμένο σπίτι δεν υπήρχε τίποτε πια παρά μόνο κάτι απομεινάρια, που μου θύμισαν την τρομακτική περιπέτεια που πέρασα το προηγούμενο καλοκαίρι.

Η αγαπημένη συγγραφέας Αλεξάνδρα Κ* γράφει για μια «Συμφωνία για ξεκούρδιστα έγχορδα» και ζητά τη βοήθειά σας για να συνεχίσει την ιστορία ενός κοριτσιού που θέλει να μπει στις σελίδες του βιβλίου της.
 Το 1992 η μαμά μου γίνεται δεκτή στη Χορωδία Κερκύρας, ο μπαμπάς γρατζουνάει μια ξεκούρδιστη κιθάρα, εγώ είμαι επτά ετών και κάπου εκεί ξεκινάει το οικογενειακό μας δράμα.
 Ακούγεται υπέροχο να έχεις γονείς που τραγουδούν και παίζουν κιθάρα όπου σταθούν κι όπου βρεθούν. Αρκεί να ξέρουν πράγματι να τραγουδούν και να παίζουν κιθάρα. Γιατί διαφορετικά, έχεις μπροστά σου δύο ευτυχισμένα προβλήματα που μουγκανίζουν πάνω από ένα κακόμοιρο μουσικό όργανο. Οι φίλοι των γονιών μου ήταν εξίσου φάλτσοι και κακοί οργανοπαίχτες κι έτσι κανείς δε διαμαρτυρόταν για αυτό που συνέβαινε κάθε καλοκαιρινό βράδυ στην αυλή μας.
 Τον πρώτο καιρό, οι “συναυλίες” τους με προβλημάτισαν βαθιά. Αυτοί τραγουδούσαν παθιασμένα και σήκωναν τα χέρια τους στον αέρα και  κι εγώ αναρωτιόμουν πώς ήταν δυνατόν οι δικοί μου γονείς να μην τραγουδούν σωστά, να μην παίζουν σωστά, να μην καταλαβαίνουν ότι είναι φρικτοί τραγουδιστές και ότι τα κάνουν όλα ΛΑΘΟΣ. Οι γονείς δεν κάνουν λάθη, αυτή είναι η δουλειά τους, πώς ήταν δυνατόν οι δικοί μου γονείς να μην είναι τέλειοι;
 Στην αρχή σκέφτηκα να τους εγκαταλείψω και να μεταναστεύσω στη Βραζιλία αλλά στο ταξιδιωτικό γραφείο με ενημέρωσαν ότι δεν υπήρχε καράβι από το λιμάνι της Κέρκυρας απευθείας για Βραζιλία. Μπορούσα να πάω μέχρι την Ηγουμενίτσα -που δεν ήθελα- ή τους Παξούς -που επίσης δεν ήθελα γιατί ήταν γεμάτοι με συγγενείς της μαμάς μου. Άρχισα να κατασκευάζω το “υδρόβιο αντίσκηνο” γιατί θα πήγαινα στη Βραζιλία κολυμπώντας. Αλλά είχα ξεχάσει πως ήταν ακόμα Ιούνιος. Αν δεν έμπαινε Ιούλιος, εγώ στη θάλασσα δε βουτούσα.
Πήγα πάλι στο ταξιδιωτικό γραφείο και ζήτησα ένα αεροπορικό εισιτήριο για Βραζιλία.
Η στριμμένη κυρία είπε πως ήταν πολύ ακριβό. Της είπα ότι θα πουλήσω όλα τα Μίκυ-Μάους μου. Είπε ότι δε θα φτάσουν. Ζήτησα να μιλήσω στο διευθυντή. Του είπα ότι η υπάλληλός του είναι στριμμένη και απαισιόδοξη. Μου είπε ότι, ναι, είναι, αλλά να μην της κρατάω κακία γιατί έχει τέσσερα παιδιά που προσπαθούν κάθε τόσο να το σκάσουν και να πάνε στη Ντίσνεϋλαντ με τα πόδια. Θυμήθηκα ότι ήξερα τα παιδιά της και ότι μάλιστα εγώ τους είχα βάλει αυτήν την ιδέα. Έφυγα πριν η στριμμένη κυρία με αναγνωρίσει και έχουμε άλλα.
 Στο μεταξύ, οι γονείς μου και οι φίλοι τους συνέχιζαν ακάθεκτοι. Και όσο αυτοί συνέχιζαν, τόσο περισσότερος κόσμος μαζευόταν. Άρχισαν να έρχονται στις “συναυλίες” και γονείς συμμαθητών μου. Για κακή μου τύχη, έφερναν και τα παιδιά τους μαζί. Το Σεπτέμβριο όλο το σχολείο θα γελούσε μαζί μου, ήταν πια σίγουρο. Έπρεπε να δράσω.
Έβαλα αγγελία στο Κερκυραϊκό Βήμα:
“Σούπερ-ντούπερ-ουαόυ προσφορά! Πωλούνται γονείς! Τιμή ευκαιρίας! Στους δύο ο ένας δώρο!.
Αλλά κανείς δεν ήθελε να αγοράσει κι άλλους γονείς.
Πήρα τηλέφωνο στην Ανοιχτή Γραμμή για το Παιδί και ζήτησα βοήθεια αλλά μου είπαν πως θα ‘πρεπε να είμαι χαρούμενη που έχω τέτοιους γονείς. Πήγα στην αστυνομία. Τα ίδια. Στην Πρόνοια, επίσης. Πήγα σε ωτορινολαρυγγολόγο (πιο πολύ δυσκολεύτηκα να το πω παρά να τον βρω) και είπε πως, όχι, τα αυτιά μου δεν είχαν υποστεί καμία βλάβη και πως δε θα μου έγραφε καμία βεβαίωση.
Μετά, έσπασα το κεφάλι μου να εφεύρω τα “επιλεκτικά αυτιά”. Θα κυκλοφορούσαν σε σετ των δύο -πολύ διακριτικά- θα τα φορούσες πάνω απ’ τα κανονικά σου αυτιά και θα άκουγες μόνο τα πράγματα που ήθελες να ακούσεις. Πρέπει να έδειξα υπερβάλλοντα ζήλο γιατί κατέληξα με ένα ζευγάρι αυτιά που, όταν τα φορούσες, άκουγες μόνο τη σκέψη σου κι αυτό ήταν κάπως ενοχλητικό: δεν είναι όλες οι σκέψεις για να ακούγονται - ακόμα κι όταν είναι δικές σου.
 Γύρω στον Ιούλιο, παραιτήθηκα. Αλλά φρόντισα να μάθουν όλοι ότι η Αλεξάνδρα Κ* μένει με τους Γονείς Κ* για χάρη τους. Για να μην εμφανίσουν Σύνδρομο Εγκατάλειψης ή κάτι τέτοιο.
Ξάπλωνα λοιπόν στην πλαστική καρέκλα και έκανα διαλόγους με τον εαυτό μου περιμένοντας να τελειώσει το μαρτύριο:
-Κοίτα τους όμως, είναι χαρούμενοι.
-Μα τα κάνουν όλα λάθος!
-Μα δεν είναι τραγουδιστές!
-Ναι αλλά είναι γονείς! Πώς είναι δυνατόν να μην είναι τέλειοι;
-Γιατί, μήπως οι γονείς είναι τέλειοι;
Κι έτσι, όταν τα επόμενα χρόνια οι Γονείς Κ* έκαναν μεγαλύτερα και χειρότερα λάθη, θυμόμουν αυτή τη συζήτηση. Κανένας γονιός δεν ήταν τέλειος γιατί οι γονείς ήταν κι αυτοί κανονικοί άνθρωποι. Όταν μάλιστα οι Γονείς Κ* έκαναν ένα τεράστιο λάθος, κατέληξα ότι γονιός είναι κάποιος που κάνει -βασικά- λάθη.
 Έτσι γεννήθηκε η ιστορία που θα ξεκινήσω να γράφω σε λίγο καιρό: η ιστορία ενός κοριτσιού με όχι-και-πολύ-σοβαρούς γονείς. Και θέλω τη βοήθειά σας: Ποιο ήταν το πιο αστείο λάθος που έκαναν οι δικοί σας γονείς;

Αλεξάνδρα Κ*
23/4/2012


H αγαπημένη συγγραφέας Γιώτα Φώτου, ξανατρυπώνει στη  ”Μαγική Αυλή”, των παιδικών της χρόνων.
                                         Η Μαγική Αυλή
 Όλα κι όλα δυο δωμάτια και μια σάλα περιείχε το παλιό πέτρινο σπίτι όπου πέρασα τα παιδικά μου χρόνια. Βρισκόταν σε ένα χωριό του κάμπου, όπου είχε διορισθεί ο πατέρας μου  δάσκαλος. Η μικρή του αυλή οδηγούσε σε μια σκοτεινή ξυλαποθήκη.  Η ξυλαποθήκη, στη θέση της πόρτας, είχε ένα στενό άνοιγμα, ίσα ίσα να περνά ένας άνθρωπος . Αυτό το άνοιγμα έβλεπα από το παράθυρο του δωματίου  που  μοιραζόμουν με τα δυο μικρότερα αδέρφια μου. Μπρός σ’ εκείνο το  παράθυρο οι γονείς μου  είχαν βάλει ένα χαμηλό τραπέζι. Εκεί καθόμουν  να κάνω τα μαθήματά μου, αποφεύγοντας  να κοιτάζω προς την  ξυλαποθήκη. Κάποτε, παίζοντας δίπλα στα ξύλα, ξύπνησα τις νυχτερίδες που κοιμούνταν εκεί μέσα κι εκείνες πετάχτηκαν επάνω μου με θόρυβο. Είχα φοβηθεί πολύ εκείνη την ημέρα. Πάρα πολύ!  Γι΄αυτό δεν ήθελα να κοιτάζω. Βλέπετε εγώ τότε δεν γνώριζα τι είναι οι νυχτερίδες. Νόμιζα ότι ήταν μεγάλες, μαύρες πεταλούδες που ήθελαν να μου κάνουν κακό.
 Ήμουν στη Δευτέρα δημοτικού όταν η δασκάλα μου και φίλη των γονιών μου, επιστρέφοντας από τις διακοπές των Χριστουγέννων μου έφερε δυο βιβλία. Το πρώτο είχε σαν τίτλο «Τα 12 αγαπημένα μου παραμύθια» και το δεύτερο «11 Ελληνικά παραμύθια».Τα πρωτοάνοιξα ένα μεσημέρι καθισμένη μπροστά στο τραπέζι και χάθηκα στις σελίδες τους για αρκετή ώρα, χωρίς  βέβαια να κοιτάζω προς την αυλή.  Και από τότε μου έκαναν συντροφιά καθημερινά διώχνοντας μακριά κάθε παιδικό φόβο κι ανησυχία.  Ώσπου  ένα απόγευμα -ποιος ξέρει για πόση ώρα διάβαζα- σήκωσα το κεφάλι μου από το βιβλίο και ασυναίσθητα έριξα το βλέμμα μου έξω. Δεν υπήρχε αυλή, ούτε σκοτεινή ξυλαποθήκη. Μπρος μου απλωνόταν ένας τεράστιος ωκεανός όπου κολυμπούσε μια γοργόνα κι από μακριά ερχόταν ένα καράβι με πανιά που είχε σαν καπετάνιο ένα πανέμορφο παλικάρι.
 Την επομένη με το βιβλίο πάλι στην αγκαλιά, είδα έκπληκτη τη μικρή μου αυλή να μεταμορφώνεται σε χιονισμένο δάσος, κι αργότερα είδα τον ουρανό με όλα τα αστέρια του να κατεβαίνει μπρος στο παράθυρό μου κι ας ήταν μέρα μεσημέρι.  Κάθε μέρα η αυλή είχε να μου παρουσιάσει και κάτι διαφορετικό. Πολιτείες και ανθισμένα λιβάδια, γριούλες με μαγκούρες και ατρόμητα παλικάρια, πριγκίπισσες και ιππότες, πύργοι και παλάτια, λιοντάρια και λαγοί πέρασαν από μπροστά μου. Πουθενά η ξυλαποθήκη με τις νυχτερίδες! Ώσπου κάποια στιγμή κι ενώ διάβαζα μια ιστορία για μια θαρραλέα κοπέλα που τα έβαλε με ένα δράκο και τον  νίκησε, σηκώθηκα  και βγήκα έξω. Τώρα η αυλή είχε πάρει την κανονική της μορφή. Πλησίασα το άνοιγμα  της ξυλαποθήκης και κοίταξα ψηλά. Τρεις νυχτερίδες κοιμόταν κρεμασμένες στην ξύλινη σκεπή. Έτσι όπως ήταν μαζεμένες δε μου φάνηκαν τρομαχτικές. Μάλιστα σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να ένοιωθαν πολύ άβολα εκεί ψηλά σε μια τόσο δύσκολη στάση. Έμεινα να τις παρατηρώ για ώρα και ύστερα άρχισα να κάνω θόρυβο ώστε να ξυπνήσουν . Οι δυο από αυτές δεν μου έδωσαν καμιά σημασία, η τρίτη όμως άνοιξε τα φτερά της και περνώντας  ξυστά από δίπλα μου βγήκε έξω.  Δεν με άγγιξε, δε μου επιτέθηκε! Αντίθετα μου έδωσε να καταλάβω ότι εγώ ήμουν αυτή που την τρόμαξα  και της χάλασα την ησυχία. Από τότε και μετά, όσες φορές με έστελνε η μητέρα μου να πάρω ξύλα, προσπαθούσα να είμαι αθόρυβη για να μην ταράξω  τον ύπνο εκείνων των μικρών θηλαστικών που τα έβλεπα πλέον σαν κατοικίδια, σαν φίλους μου.
Η αυλή μου συνέχισε να μεταμορφώνεται και να αλλάζει όψη αφού πέρασαν κι άλλα πολλά βιβλία από τα χέρια μου. Η οικογένειά μου, όταν εγώ ήμουν έντεκα χρονών, μετακόμισε στην πόλη, σε διαμέρισμα. Εγώ όμως δεν αποχωρίστηκα ούτε για μια στιγμή τη μαγική μου αυλή.  Δεν την έχανα ακόμα κι όταν δεν κρατούσα κανένα βιβλίο στα χέρια μου. Την πήρα μαζί μου και μπρός στα μάτια μου την έχω ακόμα και τώρα που σας γράφω. Κι εκείνη κάθε φορά έχει να μου δείξει  ανθρώπους διαφορετικούς, κόσμους μακρινούς που πότε μοιάζουν παραμυθένιοι, πότε τελείως πραγματικοί. 

Ο αγαπημένος συγγραφέας Σπύρος Σιδέρης, παρέα με τον Σιδερένιο ήρωά του.  
                                            Ο Σιδερένιος
Όταν πρωτοπήγα στο σχολείο, με κοντά παντελόνια το καλοκαίρι και μακριά το χειμώνα γιατί έκανε κρύο, τα παιδιά με κορόιδευαν για το επίθετο μου. Σίδερο με ανέβαζαν, σιδερώστρα με κατέβαζαν. Στεναχωριόμουν να σας πω την αλήθεια. Με πείραζε να με φωνάζουν έτσι.
Είδα κι απόειδα, πήγα στον πατέρα μου και του είπα με το νι και με το σίγμα, τι τραβούσα στο σχολείο. Χρησιμοποίησα βέβαια και τα αλλά γράμματα της αλφαβήτου, γιατί αλλιώς νόημα δεν θα έβγαζε. Τώρα γιατί το λένε έτσι, ακόμα δεν έμαθα.
Ο πατέρας μου γέλασε μέχρι δακρύων μόλις με άκουσε.
“Γιε μου, άκουσε με, μου είπε. Τα επίθετα που έχουμε σημαίνουν κάτι από το παρελθόν μας. Άλλες φορές σήμαιναν την δουλειά που έκανε κάποιος, άλλες κάποιο ταλέντο που είχε κάποιος από το σόι κι άλλες φορές κάποιο κουσούρι. Για παράδειγμα το Μπαλάσκας βγαίνει από τις μπαλάσκες που φορούσαν οι αγωνιστές του ‘21. Ο Καλοβελόνης θα ήταν κάποιος καλός ράφτης. Ο παππούς του παππού σου ήταν σιδεράς κι από κει πήραμε μάλλον το επίθετο αυτό. Κι οι σιδεράδες ήταν δυνατοί άνδρες, γιατί πάλευαν με το σίδερο μέσα στη φωτιά. Άρα θα πρέπει να είσαι υπερήφανος για το επίθετο σου. Και μην ξεχνάς, ότι το σίδερο δεν λυγάει, είναι σκληρό και χρήσιμο για τους ανθρώπους”.
 Μόλις τέλειωσε ο πατέρας ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη μου. Μα πως δεν το σκέφτηκα. Ο φίλος μου ο Κώστας δεν είναι κουτσός κι ας τον λένε Κουτσοκώστα. Ούτε ο Γιώργος είναι παπάς κι ας λέγεται Παππάς. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη κι είδα τα μπράτσα μου να είναι φουσκωμένα. Τα έπιασα κι ήταν σαν σίδερο. Ήμουν Σιδέρης, σιδερένιος. Σκληρός κι ατρόμητος.
Ατρόμητος; Όχι και τόσο, γιατί την επόμενη μέρα, άρχισε να κουνιέται το μπροστινό μου δόντι κι εγώ φοβήθηκα. Φοβήθηκα πολύ κι πήγα που αλλού, στη μάνα μου να της πω τον πόνο μου. Εκείνη γέλασε με τους φόβους μου. Τελικά όλοι γελούσαν με τους φόβους μου κι ας ήμουν σιδερένιος.
“Δεν είναι τίποτα μου λέει. Θα φύγουν τα δόντια αυτά και θα βγουν καινούργια σιδερένια. Σε λίγες μέρες θα πάμε στο γιατρό να το βγάλεις”.
Σιδερένια, σκέφτηκα. Τι ωραία. Αρχίζω να γίνομαι πραγματικά σιδερένιος. Οι μέρες πέρασαν και το δόντι βγήκε. Το πήρα μέσα σε βαμβάκι κι έτρεξα να πάω στο σπίτι της γιαγιάς Αλεξάνδρας που είχε κεραμίδια. Εκεί έπρεπε να πετάξω το δόντι μου, όπως μου είπε η γιαγιά μου και να πω  «πάρ’ το κοκαλένιο και δώσ’  μου σιδερένιο». 
Έφτασα στο σπίτι, ανέβηκα στο μαντρότοιχο και πέταξα το δόντι στα κεραμίδια. Όμως ήταν ψηλή η σκεπή και το δόντι έπεσε στη γη. Το ‘πιασα και ξαναπροσπάθησα αλλά μάταια. Δεν μπορούσα να φτάσω κοντά στην σκεπή και το δόντι δεν έπεφτε στα κεραμίδια.
Πάει σκέφτηκα. Δεν θα έχω σιδερένια δόντια. Θα μείνω φαφούτης. Αλλά όχι δεν θα κλάψω. Είμαι σιδερένιος και θα βρω τρόπο να το πετάξω στα κεραμίδια.
Δίπλα από το σπίτι ήταν μια μουριά που τα κλαδιά της ακουμπούσαν στη σκεπή. Έπιασα το πιο χαμηλό κλαδί κι άρχισα να ανεβαίνω. Όταν έφτασα στο κλαδί που ακουμπούσε στην σκεπή, άρχισα να σέρνομαι επάνω του για να πλησιάσω και να πετάξω το δόντι μου. Πλησίασα αρκετά, τέντωσα το χέρι και πέταξα το δόντι στην κεραμοσκεπή, φωνάζοντας τις μαγικές λέξεις. «πάρ’ το κοκαλένιο και δώσ’  μου σιδερένιο».
 Όμως το πόδι μου γλίστρησε κι άρχισα να πέφτω από το δένδρο. Για καλή μου τύχη είχε πολλά κλαδιά ευλύγιστα και μαλάκωσαν την πτώση μου. Όμως αυτό δεν με έσωσε από ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι κι ένα καρούμπαλο μεγάλο σαν τον Όλυμπο.
Κρίμα, δεν ήμουν τόσο σιδερένιος όσο νόμιζα κι ας λέγομαι Σιδέρης.


H αγαπημένη συγγραφέας Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου 
και "η Παράξενη επίσκεψη" που μπορεί να σας ξαφνιάσει.
              Μια παράξενη επίσκεψη
 Δε θυμάμαι και πολύ καλά, μα τώρα που ξαναφέρνω στο νου μου τη μέρα εκείνη, σκέφτομαι ότιΜάρτης πρέπει να ήταν. Ανοιξιάτικη μοσχοβολιά έμπαινε απ’ το ανοιχτό μου παράθυρο και σίγουρα έξω είχε λιακάδα. ΄Ομως ξαφνικά ο ουρανός συννέφιασε κι έπιασε κρύο τσουχτερό, λες και ξαναμπήκαμε στο χειμώνα. "Θεότρελος τούτος ο μήνας" σκέφτηκα. "Μια στην άνοιξη, μια στο κρύο..."
 Μόλις έκανα τούτη τη σκέψη,άκουσα χτύπο στην πόρτα μου. Άνοιξα και είδα μπροστά μου έναν παράξενο επισκέπτη με άσπρα μαλλιά, ντυμένο με περίεργα ρούχα σαν τους βασιλιάδες των παραμυθιών! ‘Ηταν ο Χρόνος, μου είπε, και ήθελε να γράψω για τα εγγόνια του! Για τις τρέλες τους, τα παιχνίδια τους, τις χαρές και τις λύπες τους.
 Μιλήσαμε κάμποση ώρα, μου εξήγησε καλύτερα τι ήθελε από μένακαι δέχτηκα τελικά – πώς να χαλάσω το χατίρι του Χρόνου;
 Είχε πια σουρουπώσει όταν έφυγε. Κι αμέσως εγώ άρχισα να γράφω αυτό που μου ζήτησε. Ξεκίνησα – από πού αλλού; - από το παραμύθι του Μάρτη, ένα μήνα-παιδί,  που η μαμά του η 'Ανοιξη και ο μπαμπάς του το Κρύο είχαν χωρίσει γιατί δεν ταίριαζαν, κι έτσι ο Μάρτης έπρεπε μια να πηγαίνει στο σπίτι του ενός και μια στου άλλου!
 'Ενα παραμύθι μπορεί εύκολα καμιά φορά ν’ αρχίσει αλλά δεν είναι εύκολο και να τελειώσει. Θέλει πολλή δουλειά. Και χρειάζεται περισσότερη ακόμα, αν αποφασίσεις όχι μόνο να το γράψεις, μα και να φτιάξεις τις εικόνες τουμε κολάζ. Χιλιάδες ιδέες αρχίζουν να χοροπηδούν στο μυαλό σου και δε σ’ αφήνουν να ησυχάσεις για μέρες, βδομάδες, ακόμα και μήνες!
 "Το σπίτι του Μάρτη" λοιπόν χρειάστηκε πολύ καιρό για να τελειώσει. Κι αμέσως έπειταέπρεπε να γραφτούν και οι ιστορίες για τους άλλους μήνες-παιδιά, τ’ αδέρφια και τα ξαδέρφια του. ‘Ηταν ο Απρίλης που είχε το κακό συνήθειο να λέει ψέματα∙ ο Μάης το στερνοπαίδι της 'Ανοιξης, που τον έστελνε η μάνα του σε παιδικό σταθμό∙ ο Ιούνιος που έμεινε δίχως φίλους όταν έκλεισαν τα σχολεία∙ ο Ιούλιος που έπαθε πονόλαιμο από το παγωμένο νερό∙ ο Αύγουστος που φοβόταν το σκοτάδι, ώσπου παραμεγάλωσε για χάρη του το αυγουστιάτικο φεγγάρι∙ ο Σεπτέμβρης που πρωτοπήγε σχολείο στην τάξη της δασκάλας Συννεφιάς∙ ο Οκτώβρης που κρατούσε συντροφιά στον παππού του το Χρόνο για να ξεχνάει τ' αρθριτικά του∙ ο Νοέμβρης που προσπαθούσε να σταματήσει το κλάμα της μάνας του της βροχής∙ ο Δεκέμβρης που σκαρφίστηκε τα πιο απίθανα δώρα για τους υπόλοιπους μήνες∙ ο Γενάρης που ήθελε παγωτό το καταχείμωνο∙ κι ο Φλεβάρης, παιδί ανάπηρο, με ανάγκες ειδικές μα και με πάμπολλα ταλέντα και ικανότητες.
 'Ετσι έγινε και οι "Ιστορίες με τους 12 μήνες" μαζί με τις εικόνες τους, χρειάστηκαν κάπου δύο χρόνια σκληρής δουλειάς για να τελειώσουν. Και τότε ήρθε η μέρα που οι μήνες-παιδιά, στολισμένοι με λέξεις, εικόνες και χρώματα, βγήκαν επιτέλους να περπατήσουν στον κόσμο, να τρυπώσουν στα βιβλιοπωλεία κι από κει σε βιβλιοθήκες, σε παιδικά δωμάτια, σε παιδικές τσάντες, σε παιδικές αγκαλιές. Οι ιστορίες τους ήταν βαλμένες σε τέσσερα ξεχωριστά βιβλία που τα ονομάτισα: Τα παιδιά της 'Ανοιξης, Τα παιδιά του Καλοκαιριού, Τα παιδιά του Φθινόπωρου και Τα παιδιά του Χειμώνα. Κι εγώ ξεκουράστηκα επιτέλους για λίγο καιρό.  Για λίγο, όχι για πολύ, επειδή σε λίγο ήρθε κι άλλος παράξενος επισκέπτης στο σπίτι μου. Από το παράθυρο μπήκε αυτή τη φορά. ΄Ηταν ο ΄Ηλιος! Μου τον είχε στείλει ο φίλος του ο Χρόνος, γιατί ήθελε κι αυτός να γράψω για τη δική του οικογένειά. Όμως αυτή είναι μια άλλη ιστορία που θα την πούμε άλλη φορά…
Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου

www.loty.gr
   
O αγαπημένος μας παραμυθάς Ευγένιος Τριβιζάς μαζί με τους δράκους.   

         ΕΓΩ ΚΑΙ ΟΙ ΔΡΑΚΟΙ
 ΟΤΑΝ ήμουν παιδί και άκουγα τα πρώτα μου παραμύθια, ένιωθα βαθιά συμπάθεια για τους δράκους. Τους  λυπόμουνα όταν διάφοροι ηρωικοί πρίγκιπες τούς   σκότωναν βάναυσα για να εντυπωσιάσουν και να κατακτήσουν χαριτόβρυτες πριγκίπισσες.   
Θαυμάζουμε, σκεφτόμουν, και προστατεύουμε διάφορα ζώα χωρίς να θεωρούμε το  διαιτολόγιο τους επαρκή δικαιολογία για να τα εξοντώνουμε. 
 Αφού, λοιπόν, θεωρούμε φυσικό ένα λιοντάρι να τρέφεται με ζαρκάδια και δεν μας ενοχλεί καθόλου όταν ένας  μυρμηγκοφάγος τρώει μυρμήγκια, γιατί να μην δείχνουμε την ίδια κατανόηση και στην περίπτωση ενός δράκου που λιγουρεύεται  τροφαντές  πριγκιποπούλες;
 Οι ερωτήσεις μου αυτές, όπως και άλλες πολλές γύρω από το καλό και το κακό, το επιτρεπτό και το ανεπίτρεπτο, δεν ετύγχαναν ικανοποιητικής απάντησης από τους  ενήλικες. Οι πρίγκιπες επιτρέπεται να σκοτώνουν δράκους. Οι δράκοι απαγορεύεται να σκοτώνουν πριγκίπισσες. Πάει τελείωσε!
 Γενικά είχα την εντύπωση ότι οι μεγάλοι απέφευγαν ενοχλητικές ερωτήσεις όπως και μια άλλη σχετικά με το στρώσιμο των κρεβατιών.
 Σε ένα παιδικό περιοδικό είχα διαβάσει μια ιστορία με ηρωίδα ένα κοριτσάκι που παρά τις παραινέσεις της μητέρας της, δεν στρώνει κάθε πρωί το κρεβάτι της με τη δικαιολογία ότι δεν υπάρχει λόγος να το στρώνει, αφού θα το ξεστρώσει πάλι το ίδιο βράδυ.
 Διαβάζοντας την ιστορία, συμφωνούσα απόλυτα με το σκεπτικό της ηρωίδας.  Έκρινα ότι ανέλυε άριστα την κατάσταση. Γι' αυτό με μεγάλη απογοήτευση διάβασα στο τέλος  της ιστορίας ότι το κοριτσάκι υποτάσσεται στα κελεύσματα της Οικοκυρικής, γίνεται προκομμένο και στρώνει επιμελώς κάθε πρωί το κρεβάτι του.
 Για ποιο λόγο, ρωτούσα τους γονείς μου, να χάνουμε την ώρα μας στρώνοντας κάτι που μέλεται να  ξεστρωθεί πάλι σε λίγο;  Δεν θα ήταν προτιμότερο να ασχοληθούμε με κάτι το πιο επικοδομητικό, να ανακαλύψουμε για παράδειγμα «το κρεβάτι που στρώνεται μόνο του»;
 Με λύπη μου σημειώνω ότι,αν και έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε,κανείς δεν κατάφερε να επινοήσει τη σωτήρια αυτή εφεύρεση και δεν έχουμε απαλλαγεί -δυστυχώς- ακόμα από αυτό το σισσυφικό στρώσε- ξέστρωσε των κρεβατιών.
 Ίσως κάποιος από εσάς,  παιδιά, να το ανακαλύψει, όπως άλλωστε και το ελαφρύδι, μια άλλη χρήσιμη εφεύρεση. Το ελαφρύδι είναι το αντίθετο από το βαρύδι. Όταν ταξιδεύω, θα ήθελα να βάζω ένα δυο ελαφρύδια στη βαλίτσα μου για να τη σηκώνω με μεγάλη ευκολία. Καιρός να στρωθείτε στη δουλειά.
  Ευγένιος Τριβιζάς


 

157 σχόλια:

  1. Κύριες Ευγένιε Τριβιζά,
    Για να απαλλαγούμε από όλα αυτά τα βαρίδια που έχουμε επινοήσαμε δύο συσκευή που θα μας ελαφρύνει την καθημερινή μας ζωή. Την ονομάσαμε ΑΠΑΛΛΑΓΥΤΡΑ. Αυτή θα μας κάνει τα μαθήματα, τις δουλειές που λέει η μητέρα μας, τα μαθήματά μας. Σας αρέσει;

    Γειά σας κύριε Τριβιζά,
    Είμαστε μαθήτριες του 67ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης. Διαβάσαμε το κείμενό σας "Εγώ και οι Δράκοι" και μας άρεσε πάρα πολύ που αγαπούσατε τους δράκους. Επίσης μας άρεσε και η σκέψεις σας για τα ελαφρύδια. Έχουμε σκεφτεί και εμείς κάποιες ιδέες για ελαφρύδια όπως: ένας υπολογιστής που κάνει τα μαθήματά μας, μια μηχανή που βγάζει χρήματα, ένα δέντρο μς γλυκά και φαγητά, μια ντουλάπα που θα βγάζει ωραία ρούχα. Πώς σας φαίνονται; Με πολλή αγάπη Ανθή και Φραντέσκα!

    Αγαπητέ κύριες Τριβιζά,
    Εμείς πηγαίνουμε Ε΄τάξη και έινια πολύ δύσκολη αυτή η χρονιά. Γι΄αυτό θα θέλαμε να είχαμε ένα ρομπότ που θα έμοιαζε σαν εμάς θα είχε γραφικό χαρακτήρα και θα πήγαινε στο σχολείο αντί για εμάς κι εμείς θα μέναμε σπίτι και οι γονείς μας δε θα ξέραμε τίποτα γιατί θα δούλευαν. Όμως και όταν θα είχαν ρεπό εμείς απλά θα κρυβόμασταν. Αλλά δε γίνοντια αυτά τα πράγματα. Εσείς τι λέτε;
    Με αγάπη Καρίνα, Τζούλια και Βαγγελία, μαθήτριες της Ε΄τάξης του 67ου Δημοτικού Σχολείου.

    Γεαι σας κύριε Τριβιζά,

    Σας θαυμάζουμε επειδή είστε πολύ καλός συγγραφέας. Θα θέλαμε να σας πούμε για τα βαρίδια και τα ελαφρύδια. Σήμερα τα βαρίδια είνια πάρα πολλά. Η τσάντα είναι βαριά, τα μαθήματα που είναι πολλά, οικονομική κρίση, όταν είμαστε άρρωστοι...
    Τα ελαφρύδια που θέλουμε επίσης είναι πιο πολλά, όπως πιο λίγα μαθήματα, να μειωθούν οι τιμές σε είδη πρώτης ανάγκης δηλ. φαγητά, φάρμακα, ρούχα. Θέλουμε και νέες εφευρέσεις για να διευκολυνόμαστε στη ζωή. Ένα ρομπότ για τα μαθήματα, για τις δουλειές και να μας μαθαίνιε αυτά που έχουμε να μάθουμε, Εσείς τι λέτε;

    Νίκος, Γιώργος και Αλέξανδρος, Ε2 67ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης

    Αγαπητέ κύριε Τριβιζά,

    Σας αγαπάμε και σας θαυμάζουμε για τα βιβλία που γράφετε αλλά και για το επάγγελμά σας στην Αγγλία που ζείτε! Πέρυσι με τη δασκάλα μας διαβάσαμε την τελευταία μαύρη γάτα και περάσαμε πολύ ωραία. Μας άρεσε πολύ που αγαπάτε τους δράκους τους καημένους! Συμφωνούμε και για το ξέστρωτο κρεβάτι και μακάρι να μη χρειαζόταν να τα ο στρώνουμε! Τα ελαφρύδια μας έδωσαν ιδέες για τη ζωή μας. Ακούστε:
    Συσκευή διπλασιασμού ανθρώπων: όταν έχουμε μια δραστηριότητα και δεν έχουμε τελειώσει τα μαθήματά μας, ακουμπάμε το χέρι μας πάνω στη συσκευή και διπλασιαζόμαστε. Έτσι ο ένας μας εαυτός πηγαίνει π.χ. στο πάρτι και ο άλλος συνεχίζει τα μαθήματα! Έτσι θα καταφέρνουμε να είμαστε πάντα στην ώρα μας. !!!
    Ρομποτάκι-φαγητάκι: όταν είμαστε κουρασμένοι και δεν είναι οι γονείς μας στο σπίτι, φωνάζουμε το Ρομποτάκι-φαγητάκι για να μας φτιάξει ένα φαγητό και να το ΄φαμε. Το ρομποτάκι φαγητάκι φτιάχνει ωράια ρομποτένια φαγητά!
    Εσείς θα δοκιμάζατε από αυτά;
    Με πολλή αγάπη,

    Χριστίνα, Κατερίνα, Τζένη, Στέλλα, μαθήτριες του Ε2 του 67ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κύριε, Τριβιζά.
      σκεφτήκαμε ότι μια εφεύρεση που θα έλυνε όλα τα προβλήματα είναι το «κομπιουτεράκι» που μπορεί να κάνει τα πάντα. Αρκεί να πατήσεις το κατάλληλο κουμπί και να σου εκπληρώσει στη στιγμή κάθε ευχή. Θα μπορείς επίσης να του μιλάς και αυτό θα σε καταλαβαίνει. Άμα πατήσεις όμως το τελευταίο κουμπί καταργούνται οι προηγούμενες ενέργειες.
      ¨όμως θα θέλαμε και κάτι ακόμη. Να φύγει η κρίση. Να υπάρχουν δουλειές για όλους, οι άστεγοι να ξαναβρούν το σπίτι και την οικογένειά τους. Και να καταργηθούν τα χρήματα.

      Ντέβιο Μπέμπρι, Γιώργος Ταλατάς., Γιώργος Γκιρνέτς., Θωμάς Νικόλα, Άλκης Μυτακίδης και Παρασκευάς Καρακέτωβ (Ε1 και Ε2 τμήματα του 88ου Δ.Σ. Θεσσαλονίκης)

      Κύριε Τριβιζά,
      σκεφτήκαμε να φτιάξουμε ένα ρομπότ, τον Ρομπότ 3000, που θα κάνει όλες τις δουλειές και θα φτιάχνει ό,τι φαγητό ή πράγμα θέλεις. Θα σου φέρνει όποιον άνθρωπο θέλεις, θα σου φτιάχνει λεφτά για την περίπτωση που δεν έχεις λεφτά. Αυτόν θα τον έχουν δωρεάν και θα μιλάει ό,τι γλώσσα θέλεις. Μπορεί να σου διαβάζει παραμύθια ή να σου γράφει ό,τι σκέφτεσαι. Πριν που είπαμε για τα λεφτά, μπορεί να μας βγάλει από την κρίση. Αυτό θα σε πηγαίνει σε όποιο μέρος θες. Αυτό πιστεύουμε ότι θα διευκολύνει τη ζωή μας.

      Πέτρος Μαργίδης, Ανδρέας Πονομάρεβ, Ραφαήλ Αποστολίδης, Δημήτρης Παπαδόπουλος, Γιώργος Στεφανίδης. Θάνος Καρβουνάς (Ε1 και Ε2 τμήματα του 88ου Δ.Σ. Θεσσαλονίκης)


      Αγαπητέ κύριε Τριβιζά,
      εφεύραμε ένα Robot που να πηγαίνει αυτό σε όλες μας τις υποχρεώσεις και το ονομάσαμε Roboschool.. Ό,τι μαθαίνει από το σχολείο και από τις εξωσχολικές δραστηριότητες θα μας τα περνάει με ένα στικάκι!!! Έτσι θα μας ευκολύνει τη ζωή.

      Ειρήνη Αυγέρου, Αλεξάνδρα Ιακωβίδου, Ελευθερία Χονδρογιάννη, Δήμητρα Φανάρα (Ε1 και Ε2 τμήματα του 88ου Δ.Σ. Θεσσαλονίκης)

      Κύριε Τριβιζά,
      η δικιά μας εφεύρεση είναι το ελαφρίδιο της ζωής. Κάθε φορά περνάμε πολλά εμπόδια στη ζωή, γι’ αυτό υπάρχουν και τα ελαφρίδια. Με ένα ελαφρίδιο δεν θα έχουμε τόσο βάρος στη ζωή μας και ο κόσμος μας θα είναι καλύτερος. Ένα από τα βαρίδια της ζωής είναι το σχολείο, που έχουμε πολλά μαθήματα για το σπίτι και δεν έχουμε χρόνο να γίνουμε φιλαναγνώστες. Επίσης θα βόλευε και μια μηχανή που βάζεις μέσα μελάνι και χαρτί και να βγάζεις χρήματα.

      Μαρία Μαυρουδή, Εβελίνα Καλογεροπούλου, Μαρία Καραγκιόζη, Δέσποινα Φιλίππου, Αρετή Τασιούλα, Αναστασία Καμαριωτίδου, Χαρούλα Νάνου (Ε1 και Ε2 τμήματα του 88ου Δ.Σ. Θεσσαλονίκης)


      Αγαπητέ κύριε Τριβιζά,
      θα σας προτείνουμε μία αυτόματη συσκευή, που θα μας φέρνει το φαγητό στο κρεβάτι μας θα μας κάνει τα μαθήματά μας και θα υπακούει σε όλες τις εντολές μας. Αυτή την αυτόματη συσκευή θα την ονομάσουμε Θ.Ν.Θ.
      Έχουμε ακόμη να σας προτείνουμε μια άλλη συσκευή, που θα πατάμε ένα κουμπί και θα βγάζει χιλιάδες λεφτά. Αυτή η συσκευή θα ονομάζεται ΧΞΧΞΧΞ.

      Θανάσης Ξυμιτίδης, Νίκος Μυρίδης, Θοδωρής Ποιμενίδης

      Αγαπητέ κύριε Ευγένιε Τριβιζά,
      εμείς τα παιδιά μερικές φορές πιάνεται το χέρι μας από το πολύ γράψιμο, γι’ αυτό σκεφτήκαμε να εφεύρουμε την «ΜΟΛΥΒΟΜΑΝΙΑ». Η «ΜΟΛΥΒΟΜΑΝΙΑ».είναι ένα μολύβι που γράφει μόνο του, ξύνεται μόνο του και σβήνει μόνο του.

      Θοδώρα Νιανιά, Όλγα Τσιρώνη. Χρίστος Αθανασιάδης, Μαρία Βαράτη, Αγάπη Λιόλιου «ΜΟΛΥΒΟΜΑΝΙΑ».

      Διαγραφή
  2. 44ο Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης

    Κύριε Τριβιζά
    Για άλλη μια φορά, η ενασχόληση με τα βιβλία σας στην τάξη, μας έδωσε μεγάλη χαρά. Λίγη απ΄ αυτή θα βρείτε και στα μηνύματα των μαθητών μας.
    Σύρμω και Παναγιώτα, δασκάλες της Δ’ και Ε’ τάξης


    Αγαπητέ κύριε Τριβιζά, Με λένε Γιάννη και πάω στο 44ο δημοτικό σχολείο Θεσσαλονίκης. Έχω διαβάσει «το σεντούκι με τις 5 κλειδαριές» και μου άρεσε πολύ. Θα ήθελα να έχω ένα ρομπότ για να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, όπως το καθάρισμα, το σκούπισμα και άλλα. Όταν είπα στη μαμά μου τι ήθελα να σας γράψω εκείνη μου είπε: «μα ποιος είναι ο άνθρωπος; Ο Άη Βασίλης;»

    Αγαπημένε κύριε Τριβιζά,
    θαυμάζουμε πολύ τα βιβλία σας για παράδειγμα το σεντούκι με τις πέντε κλειδαριές, τα μαγικά μαξιλάρια και τη Δόνα Τερηδόνα. Ευχόμαστε κάποτε να σας δούμε.
    Με αγάπη, Βλαδίμηρος και Αντώνης, Δ’ τάξη


    Γεια σας κύριε Ευγένιε Τριβιζά,
    διαβάσαμε τα βιβλία σας και μας εντυπωσίασαν. Θα θέλαμε να σας γνωρίσουμε από κοντά και μάλιστα οι φίλοι μου θα ήθελαν να γράψετε κι άλλα παραμύθια να τα διαβάζουμε κάθε μέρα με την κυρία μας. Εμείς στην τάξη λέμε πάρα πολλά για σας για αυτό σας γράφουμε και θέλουμε να μας γράψετε κι εσείς. Έχουμε και μια ερώτηση να σας κάνουμε: Πώς μπορείτε και βρίσκετε τους τίτλους;
    Ζανέτ και Κατερίνα, Δ’ τάξη

    Αγαπητέ κύριε Τριβιζά
    Ευχαριστούμε που γράψατε τα ωραία σας βιβλία και τις περιπέτειες. Μας άρεσε ο χιονάνθρωπος και το κορίτσι, τα μαγικά μαξιλάρια, το όνειρο του σκιάχτρου αλλά το αγαπημένο μας είναι το σεντούκι με τις πέντε κλειδαριές γιατί είναι μια ωραία περιπέτεια και πολύ αστεία. Θα θέλαμε να υπάρχει μια τσάντα που θα γινόταν ότι τη διατάζαμε. Θα την ονομάζαμε διαταγική τσάντα.
    Με πολλή αγάπη Δανάη, Έντα, Σάμουελ, Στήβεν, Ε’ τάξη


    Αγαπητέ κύριε Τριβιζά
    Διαβάσαμε φέτος στο σχολείο το σεντούκι με τις πέντε κλειδαριές. Μας άρεσε πάρα πολύ το χιούμορ και η δράση. Η αγαπημένη μας σκηνή ήταν όταν ο Τιμόθεος Πέπερμιντ έδωσε ένα –δυο κεφτεδάκια στη Λάουρα τη λεοπάρδαλη. Αργότερα ψάξαμε για σας στο διαδίκτυο κι είδαμε ότι ενδιαφέρεστε για πολλά πράγματα. Εμείς σκεφτήκαμε να έχουμε ένα ρομπότ που να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να απαλάσει τους γονείς μας. Σας αγαπούμε πολύ κι ευχόμαστε να σας δούμε κάποια μέρα.
    Με πολλή αγάπη Θέμης, Λεωνίδας, Γιάννης, Μιχάλης, Ε’ τάξη


    Αγαπητέ κύριε Ευγένιε
    έχετε ωραία βιβλία. Το βιβλίο που διάβασα εγώ είναι το σεντούκι με τις πέντε κλειδαριές. Είναι πολύ χιουμοριστικό βιβλίο, έχει πλάκα και αστεία ονόματα. Μας άρεσε πάρα πολύ και κάναμε ζωγραφιές, σχεδόν μας τελείωσε το χαρτόνι. Το πράγμα που ήθελα πάντα είναι μια μηχανή που φτιάχνει τα μαθήματα μέχρι το Λύκειο. Θα ήταν καλή εφεύβρεση.
    Μιχάλης , Ε’ τάξη


    Κύριε Ευγένιε
    μου αρέσουν πολύ τα παραμύθια σας και μου άρεσε η Δόνα Τερηδόνα. Και μια ερώτηση: πώς το κάνετε τόσο πλούσιο το παραμύθι;
    Με αγάπη, Βαγγέλης, Ε’ τάξη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Κύριε Τριβιζά,
    μας αρέσουν τα περισσότερα από τα παραμύθια που έχετε γράψει, σε μένα και τον αδερφό μου. Βέβαια, υπάρχουν και κάποια που ακόμα δεν τα έχουμε διαβάσει, όμως είμαστε σίγουροι οτι κάποια στιγμή θα τα αποκτήσουμε και οτι θα είναι το ίδιο τέλεια με όλα όσα έχουμε διαβάσει μέχρι τώρα.
    Με αγάπη, Ευθύμης, Δ'τάξη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Γεια σας κύριε Τριβιζά.
    Είμαστε οι μαθητές της Δ΄ τάξης του 92ου Δημοτικού Σχολείου της Θεσσαλονίκης και σας δίνουμε τα συγχαρητήριά μας για τα βιβλία σας. Έχουμε διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία σας αλλά τα αγαπημένα μας είναι η Δόνα Τερηδόνα και η Φρικαντέλα την οποία την έχουμε παίξει και σε Θέατρο. Θα θέλαμε να σας ρωτήσουμε πώς εμπνέεστε όταν γράφετε ένα βιβλίο και εάν έχετε κάποιον δίπλα σας που να σας βοηθάει. Πόσο περίπου καιρό σας παίρνει το γράψιμο και εάν έχετε σκοπό να μας χαρίσετε και άλλα βιβλία. Εμείς βέβαια θα το θέλαμε πάρα πολύ και σας ευχόμαστε μέσα από την καρδιά μας να είστε γερός και να συνεχίσετε το υπέροχο έργο σας. Όσο για το ελαφρύδι και το βαρύδι που είδαμε ότι σας απασχολούσε νομίζουμε ότι βρήκαμε μια λύση και θα σας την πούμε αμέσως τώρα. Σύγχρονα επιστημονικά ακουστικά συνδεδεμένα ασύρματα με μηχανικό συνοδευτικό χέρι τα οποία θα ακούνε και θα στέλνουν αμέσως την λύση μιας άσκησης στο χέρι αυτό και συγκεκριμένα στην οθόνη του. Έτσι θα ελαφρύνει λίγο η ζωή μας. Όπως επίσης και το μαγικό τηλεχειριστήριο το οποίο θα το προγραμματίσουνε εκτός από το να κάνει όλες τις δουλειές για μας, να μας αλλάζει ακόμη και τις εποχές. Σίγουρα θα το βάζαμε να πηγαίνει τον χρόνο πίσω και μπροστά. Ίσως έτσι θα μπορούσαμε να διορθώσουμε αρκετά πράγματα στην ζωή μας.
    Με αγάπη τα παιδιά της Δ΄ τάξης του 92ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αγαπητέ κύριε Τριβιζά,
    Είμαστε οι μαθητές της Στ'2 τάξης του 92ου δημοτικού σχολείου Θεσσαλονίκης.
    Σήμερα στο σχολείο μας διαβάσαμε στο μάθημα της γλώσσας ένα απόσπασμα από το βιβλίο σας "Το μηχάνημα".Συγκινηθήκαμε και ενθουσιαστήκαμε.Αμέσως γεννήθηκαν μέσα μας τα ερωτήματα το ένα μετά το άλλο.
    Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;
    Από ποια πράγματα εμπνέεστε;
    Πώς νιώθετε τώρα που είστε ένας καταξιωμένος συγγραφέας και συγχρόνως τόσο αγαπητός σε μας τα παιδιά;
    Εμείς σας ευχόμαστε να είστε πάντα καλά και να συνεχίσετε την πολύ πετυχημένη καριέρα σας.
    Με μεγάλη εκτίμηση
    οι μαθητές της Στ΄2 τάξης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Γεια σας κύριε Τριβιζά.Έχω σχεδόν όλα τα βιβλία σας,αλλά τα αγαπημένα μου είναι τα εξής: Η Δόνα Τερηδό-
    να,ο Θαλασσογιατρός και οι γιαγιάδες με τα γιογιό.
    Είστε ο αγαπημένος μου συγγραφέας.

    Με αγάπη
    Ζαφείρης
    Δ΄ τάξη
    Δημοτικού

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Γεια σας κύριε Τριβιζά. Είστε πολύ καλός συγγραφέας και τα βιβλία σας μου αρέσουνε πολύ. Τα αγαπημένα μου βιβλία είναι ''Η Φρικαντέλα'', η ''Δόνα Τερηδόνα'', και ''Ο Παγχελωνειακός εναντίον Λαγουδένιας Λαίλαπας''. Είστε ο αγαπημένος μου συγγραφέας.

    Με αγάπη,
    Γιώργος
    Δ' Τάξη
    92ο Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Αγαπητή κα Λότη,
    είμαστε τα παιδιά του Δ2 του 67ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης. Διαβάσαμε την ιστορία σας και μας άρεσε πολύ! Όλα μας άρεσαν αλλά ιδιαίτερα η στιγμή που ο Χρόνος μπήκε μες στο σπίτι σας. Τι ωραία φαντασία! Θα θέλαμε να μάθουμε μερικά πράγματα από τη ζωή σας και για εσάς.
    1. Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια; (Φώτης, Ιωακείμ, Ηλίας Ντ.)
    2. Πότε γράψατε το πρώτο σας βιβλίο; (Φαίη, Σίντυ,
    Τζεϊσάνα)
    3. Όταν γράψατε το πρώτο σας βιβλίο πόσο καιρό σας πήρε; (Παναγιώτης, Ηλίας Κ., Αλτέα)
    4. Πόσα βιβλία έχετε γράψει; (Δέσποινα, Νίκος, Μακεδόνας, Ελισάβετ)
    5. Θα συνεχίσετε να γράφετε βιβλία; (Χρήστος)

    Με αγάπη
    τα παιδιά του Δ2.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η απάντηση της κ.Λότης όπως μας ήρθε στο mail: filanagnosia και σας την αναρτούμε.

      Γεια σας παιδιά! Χαίρομαι που σας άρεσε η ιστορία μου και είμαι σίγουρη πως θα χαιρόταν και ο Χρόνος αν διάβαζε το γράμμα σας!
      Για τα παιδικά μου χρόνια μπορείτε να μάθετε πολλά, αν διαβάσετε το βιβλίο μου "Ο καιρός της σοκολάτας". Εκεί ίσως ανακαλύψετε και πότε ... άρχισα να γράφω! Βέβαια,για να γίνουν βιβλίο αυτά που γράφει κανείς περνάει πολύς καιρός και χρειάζεται πολλή δουλειά. Ως τώρα έχω γράψει 65 βιβλία. Δυο λόγια για το καθένα μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα μου www.loty.gr
      Και, ναι, Χρήστο, σκοπεύω να συνεχίσω να γράφω όσο ζω και είμαι γερή.
      Εύχομαι σε όλους σας να είστε πάντα χαρούμενα παιδιά και πάντα να προοδεύετε.
      Με αγάπη
      Λότη

      Διαγραφή
  9. ΓΕΙΑ ΣΑΣ ΚΥΡΙΕ ΤΡΙΒΙΖΑ,
    ΕΜΕΙΣ ΣΚΕΦΤΗΚΑΜΕ ΕΝΑ ΚΡΕΒΑΤΙ ΠΟΥ ΝΑ ΠΑΤΑΜΕ ΕΝΑ ΚΟΥΜΠΙ ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ Ο,ΤΙ ΘΕΛΟΥΜΕ. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ:ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΓΡΑΦΕΙΟ, ΝΤΟΥΛΑΠΑ, ΒΑΛΙΤΣΑ, PLAYSTATION 3 ΚΛΠ.

    ΤΑΞΗ Ε2 2ο Δ.Σ. Ν.ΜΗΧΑΝΙΩΝΑΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Γεια σας αγαπημένη μας κυρία Λότη
    Είμαστε τα παιδιά της Δ1 τάξης του 92ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης
    Κατ αρχήν μας αρέσει πολύ το όνομά σας και μας θυμίζει κάτι το παιδικό και νομίζουμε πολύ ξεχωριστό. Αλήθεια από πού βγαίνει ακριβώς; Μας άρεσε πολύ η ιστορία σας που διαβάσαμε με την παραγγελία του γερο-χρόνου. Ήταν συναρπαστική και μας προξένησε το ενδιαφέρον για να την διαβάσουμε .Ο ήλιος είδαμε ότι δεν άφησε την ευκαιρία χαμένη και έκανε κι αυτός την παραγγελία του. Θα θέλαμε να ξέρουμε πρώτοι εμείς αν ακολουθήσει κάποιος άλλος σε ένα καινούριο σας βιβλίο. Επίσης θέλουμε να σας ρωτήσουμε το πόσο εύκολο είναι για σας να συνεχίζεται κάποια ιστορία από το ένα βιβλίο στο άλλο. Πώς αλήθεια σας έρχονται όλες αυτές οι εμπνεύσεις; Πού γράφετε τα βιβλία σας; Σας διασκεδάζει και σας αρέσει να γράφετε βιβλία;
    Θα θέλαμε πολύ να μην σταματήσετε να γράφετε και θα θέλαμε εάν μπορείτε και έχετε κάποτε χρόνο να μας επισκεφτείτε για να σας γνωρίσουμε και από κοντά
    Με πολύ πολύ αγάπη
    Τα παιδιά του Δ1 92ου Δημ.Σχ. Θεσσαλονίκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Η απάντηση της κ.Λότης όπως ήρθε στο mail filanagnosia,και το αναρτούμε για τους μαθητές του 92ου Δ.Σ Θεσσαλονίκης.
    Γεια σας, παιδιά της Δ1 του 92ου Δημοτικού Θεσσαλονίκης!

    Πολύ χαίρομαι που διασκεδάσατε με την ιστορία μου. Χαίρομαι που σας αρέσει και το όνομά μου. Εμένα δε μ’ αρέσει και τόσο… Το γιατί αλλά και άλλες απαντήσεις σε ερωτήματά σας, μπορείτε να το βρείτε στην ιστοσελίδα μου και συγκεκριμένα στο http://www.loty.gr/kouventes.htm
    Για το πώς συμβαίνει και στα μυθιστορήματά μου κάποιες ιστορίες συνεχίζονται και σε άλλα βιβλία, μπορείτε να το βρείτε στην ιστοσελίδα http://www.i-read.i-teen.gr/book/tragoydi-gia-treis πατώντας εκεί που γράφει «ο συγγραφέας αποκαλύπτει». Η ιστοσελίδα αυτή απευθύνεται σε λίγο μεγαλύτερα παιδιά από σας, αλλά δεν πειράζει αφού, όπως καταλαβαίνω, έχετε γίνει από φέτος φοβεροί βιβλιοφάγοι!
    Ελπίζω κι εγώ να μας δοθεί η ευκαιρία να τα πούμε από κοντά κάποτε!
    Σας φιλώ όλους
    Λότη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Αγαπητέ κύριε Σιδέρη,
    Είμαστε το ΣΤ΄1 του 92ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης.
    Διαβάσαμε την ιστορία σας και μας εντυπωσίασε πολύ επειδή ήταν γραμμένη με αστείο τρόπο.
    Τι έγινε τελικά με τα δόντια σας; Βγήκαν σιδερένια;
    Γιατί απ’ όσο ξέρουμε σιδερένιο μπορεί να μην είναι το σώμα, αλλά μπορεί να είναι η ψυχή.
    Θα πρέπει να ήσαστε πολύ θαρραλέος για να επιχειρήσετε να σκαρφαλώσετε σε ένα τόσο ψηλό δέντρο!
    Είμαστε πολύ ενθουσιασμένοι επειδή πρώτη φορά μας δίνεται η ευκαιρία να συνομιλήσουμε με ένα τόσο σπουδαίο συγγραφέα σαν κι εσάς!
    Θα περιμένουμε την απάντησή σας με ανυπομονησία και σας ευχόμαστε να έχετε πάντα καινούργιες ιδέες για πολλά πολλά βιβλία!
    Με εκτίμηση
    Όλα τα παιδιά του ΣΤ΄1

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Απάντηση

    Μικροί μου φίλοι από την ΣΤ1 τάξη, του 92ου Σχολείου Θεσσαλονίκης, χαίρομαι πολύ που σας άρεσε η ιστορία του Σιδερένιου και σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια.

    Η αλήθεια είναι ότι τα δόντια έγιναν σιδερένια αλλά με την βοήθεια του οδοντίατρου, που τους έβαλε σιδεράκια. Τελικά δεν ξέφυγα από το σίδερο κι έτσι κατάλαβα ότι το επίθετο μου θα με κυνηγάει συνέχεια. Μερικές φορές μάλιστα αισθάνομαι σαν ιππότης με σιδερένια πανοπλία. Ίσως γι αυτό περπατάω και αργά, γιατί είναι πολύ βαριά αυτή η φορεσιά από σίδερο.

    Μετά από πολλά χρόνια πήγα ξανά στο σπίτι της γιαγιάς Αλεξάνδρας να δω εκείνη την μουριά. Δυστυχώς όμως είχε εξαφανιστεί μαζί με το σπίτι. Στην θέση του ήταν μια οικοδομή που είχε σιδερένιες κολώνες. Στους ανθρώπους σκέφτηκα, με λύπη, ότι αρέσει περισσότερο το σίδερο απ’ ότι ένα καταπράσινο δένδρο με νόστιμους καρπούς. Εσάς ελπίζω να σας αρέσουν περισσότερο τα δένδρα από το σίδερο κι ας σας κάνει σιδερένιους και ατρόμητους.

    Εύχομαι πάντα να χαμογελάτε, να έχετε θάρρος και σιδερένια θέληση σε ότι επιθυμείτε να κάνετε στη ζωή σας.

    Σας στέλνω την αγάπη μου

    Ο φίλος σας Σπύρος Σιδέρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Αγαπητέ κύριε Σιδέρη.

    Έχω διαβάσει ένα βιβλίο σας,αυτό που γράψατε και θα προσπαθήσω να βρω και άλλα να διαβάσω.Η ιστορία του Σιδερένιου μου άρεσε πολύ.Πώς εμπνέεστε και γράφετε τόσο ωραία βιβλία;


    Με πολύ αγάπη Γιώργος Χριστοφορίδης Δ'1
    92ο Δημοτικό σχολείο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. Αγαπητέ φίλε Γιώργο,

    σ’ ευχαριστώ από καρδιάς για τα καλά σου λόγια.

    Η έμπνευση βρίσκεται γύρω μας, αρκεί να την παρατηρήσουμε. Μου αρέσει να παρατηρώ τους ανθρώπους την φύση, τα ζώα. Καταγράφω τις εικόνες κι αυτές σε συνεργασία με την φαντασία πλέκουν τις καινούργιες ιστορίες.

    Όπως τα γράμματα είναι 24 και φτιάχνουν εκατομμύρια λέξεις, έτσι κι εικόνες που υπάρχουν στο μυαλό φτιάχνουν νέες ιστορίες. Αρκεί να έχεις πάντα ανοιχτά τα μάτια, τ’ αυτιά και το μυαλό και η έμπνευση θα έρθει. Έτσι γράφω τις ιστορίες μου.

    Γι αυτό μην ξεχνάς να παρατηρείς γύρω σου και να κρατάς πάντα τις όμορφες εικόνες.

    Με αγάπη

    Ο φίλος σου Σπύρος Σιδέρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητέ κύριε Σιδέρη, Έκατσα και σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να φτιάξουμε μια ιστορία μαζί (μέσω του Ίντερνετ).Έχω σκεφτεί τι αφορά η ιστορία απλά εσείς θα τη ζωντανέψετε.Έχει να κάνει με ένα παιδάκι,ο Κλέφτης ο οποίος σιγά-σιγά μεγαλώνει και κάνει κάτι κακό.Στη φυλακή βρίσκει ένα πανέμορφο κορίτσι, η Φυλακή!Στο τέλος τον άφησαν ελεύθερο μ' αυτή, παντρεύτηκαν και ορκίστηκαν ότι δεν θα ξανακάνουν κάτι κακό.Αυτό μπορεί να βγει σε 1,2,3,4 όπως δηλαδή το Σρεκ,που έγινε Σρεκ 1,...εύχομαι να πάνε όλα καλά Μα πολύ αγάπη ο μικρός διαβαστερός ως Γιώργος Χριστοφορίδης

      Διαγραφή
  16. Γεια σας κύριε Σιδέρη. Είμαστε τα παιδιά της Δ1 του 92ου Δημοτικού σχολείου Θεσσαλονίκης. Μας άρεσε πάρα πολύ η ιστορία σας για τον σιδερένιο και σκεφτήκαμε κι εμείς τα δικά μας επίθετα .Ξέρετε ένας συμμαθητής μας λέγεται Σοφιανός ,σίγουρα θα είχε κάποιον παππού σοφό. Αυτός μόλις το άκουσε έτσι που το εξηγήσαμε χάρηκε πολύ και ένιωσε υπερήφανος. Όμως δεν χάρηκε πολύ ένας άλλος συμμαθητής μας που τον λένε Σιαμαντά και θυμίζει πολύ σαματά και φασαρία ,όπως επίσης και η Ψωμόγλου που θυμίζει φούρναρη. Αυτής βέβαια της άρεσε. Ο Χριστοφορίδης λέει πως έχει σχέση με τον Χριστό όπως και η Καραγκιοζάκη που λέει ότι είναι απόγονος του Καραγκιόζη. Αυτά κι άλλα πολλά είπαμε με αφορμή της ιστορία σας. Θα θέλαμε να μας στείλετε αν μπορείτε μια φωτογραφία από τον χώρο όπου εργάζεστε. Ακόμη να μας πείτε αν αγαπάτε την δουλειά που κάνετε και αν θα συνεχίσετε να γράφετε βιβλία. Εμείς βέβαια θα το θέλαμε πολύ όπως θα θέλαμε εάν μπορείτε να μας επισκεφτείτε στο σχολείο μας να σας γνωρίσουμε κι από κοντά.
    Με πολύ πολύ αγάπη και εκτίμηση
    Οι μικροί βιβλιοφάγοι της Δ1

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  17. Ένα μήνυμα προς τον κ.Σιδέρη όπως μας ήρθε από το 5ο Δ.Σ Αλεξανδρούπολης.
    XRUSA STAURIDOY xrusastavridou@gmail.com

    2:21 μ.μ. (Πριν από 14 λεπτά)

    Αγαπημένε μας κ. Σπύρο Σιδέρη
    Είμαστε τα παιδιά της Δ3 τάξης του 5ου δημοτικού σχολείου Αλεξανδρούπολης.
    Νιώθουμε υπερήφανοι και ενθουσιασμένοι που σας γνωρίσαμε από κοντά και είχαμε μια όμορφη και τόσο σημαντική για μας συζήτηση. Διασκεδάσαμε πολύ με την ιστορία που γράφετε για το όνομά σας. Μας δώσατε μια ωραία ιδέα να ψάξουμε κι εμείς την ιστορία του επιθέτου μας. Νιώθουμε ωραία που ένας αγαπημένος μας συγγραφέας μας μιλά για τα παιδικά του χρόνια. Βλέπουμε πως κι εσείς είχατε τις ίδιες αγωνίες με μας. Όταν ήρθατε στο σχολείο μας, μάς μιλήσατε για μια νεράηδα, τη φαντασία. Ξέρετε εμείς ψάχνουμε αυτή τη νεράηδα...... Άραγε θα τη συναντήσουμε κάπου; Θα την αναγνωρίσουμε;
    Με πολλή πολλή αγάπη και σεβασμό
    οι μαθητές της Δ3 τάξης του 5ου δημοτικού σχολείου Αλεξανδρούπολης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  18. Απάντηση

    Καλοί μου φίλοι από την Δ’ τάξη του 92ου σχολείου Θεσσαλονίκης, με γεμίζεται χαρά που διαβάσατε την ιστορία του Σιδερένιου.

    Τα επίθετα σας , είναι πολύ ενδιαφέροντα. Και με βάζουν στην διαδικασία να σκεφτώ όμορφες ιστορίες γι αυτά. Ο Σοφιανός σίγουρα θα είχε παππού σοφό, αλλά θα μπορούσε να είχε και παππού που ήρθε από την Σόφια.

    Ο Ψωμόγλου, βάζω στοίχημα είχε παππού που ήταν γιος φούρναρη, κι ο Χριστοφορίδης πήρε το όνομα από κάποιον συγγενή που ήταν γιος ενός Χριστόφορου. Σίγουρα όμως όχι του Χριστόφορου Κολόμβου, γιατί τώρα θα ήταν στην Αμερική!!!

    Η Καραγκιοζάκη μήπως έχει μεγάλα μαύρα μάτια; Αν ναι τότε σωστά την λένε έτσι, γιατί το Καραγκιόζ σημαίνει Μαυρομάτης. Δεν ξέχασα τον συμμαθητής τον Σιαμαντά, αλλά πιστεύω ότι είναι ήσυχο παιδί και δεν κάνει σαματά. Το όνομα του θα προσπαθήσω να μάθω από που βγήκε και θα σας το ανακοινώσω.

    Να είστε υπερήφανοι για τα επίθετα σας γιατί κρύβουν μέσα τους πολλές ιστορίες, όχι μόνο της οικογένειας αλλά και της πατρίδας μας πολλές φορές.

    Η δουλειά μου μ’ αρέσει πάρα πολύ και την αγαπώ. Όπως μ’ αρέσει και να γράφω ιστορίες, μικρές ή μεγάλες και να τις μοιράζομαι με τους φίλους μου, γνωστούς ή άγνωστους. Με μεγάλη χαρά θα θελα να σας επισκεφτώ και να είστε βέβαιοι στην πρώτη ευκαιρία θα το κάνω. Όσο για την φωτογραφία που θέλετε θα την έχετε σύντομα.

    Μικροί μου βιβλιοφάγοι της Δ’ τάξης

    Σας στέλνω την αγάπη μου και πολλά φιλιά

    Ο φίλος σας Σπύρος Σιδέρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  19. Απάντηση

    Μικροί μου φίλοι από τη Δ3 τάξη του 5ου σχολείου Αλεξανδρούπολης.

    Χαίρομαι πάρα πολύ που τα ξαναλέμε, έστω και μέσα από το διαδίκτυο σ’ αυτό το φιλόξενο και υπέροχο blog φιλαναγνωσίας. Και για μένα η συνάντηση μας ήταν πολύ όμορφη και πολύ εποικοδομητική. Δεν σας κρύβω ότι ζήλεψα την δασκάλα σας που έχει μια τόσο ζεστή και δημιουργική τάξη. Κι αισθάνθηκα περήφανος που μίλησα με τόσους πολλούς συγγραφείς και ποιητές.

    Η νεράιδα υπάρχει και σίγουρα χορεύει γύρω από τα κεφαλάκια σας, λέγοντας σας λέξεις που με την δική σας φαντασία μπορούν να γίνουν υπέροχες ιστορίες. Αρκεί να έχετε τα μάτια και τα αυτιά σας ανοιχτά. Αν τα ‘χετε, να ‘στε σίγουροι ότι και θα την συναντήσετε και θα την δείτε. Δεν ισχύει μόνο το ότι βλέπουμε πιστεύουμε αλλά βλέπουμε και σε ότι πιστεύουμε κι εσείς πιστεύετε στις νεράιδες. Όπως πιστεύω κι εγώ.

    Σας εύχομαι να είστε δημιουργικοί και να γράψετε κι άλλες ιστορίες και ποιήματα, όπως αυτά που μου κάνατε την τιμή να μου διαβάσετε.

    Σας στέλνω την αγάπη μου κι ανανεώνουμε το ραντεβού μας για μια νέα συνάντηση.

    Σας αγκαλιάζω με αγάπη

    Ο φίλος σας Σπύρος Σιδέρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  20. Είμαστε το Στ'3 του 2ου δημοτικού σχολείου Νέας Μηχανιώνας. Κύριε Σιδέρη μας άρεσε πολύ η ιστορία σας επειδή ήταν αληθινή από τα παιδικά σας χρόνια. Μας κίνησε πολύ το ενδιαφέρον να ψάξουμε και εμείς τα δικά μας επί8ετα. Πραγματικά μας δυσκόλεψε το επί8ετο της Τσιαξερλή, της Σαράφογλου, της Φάλκου,της Σταϊκίδου, του Μπέσιου. Μάθαμε όμως μιας δασκάλας μας, της κυρίας Μαμούρη. Το επίθετο της σημαίνει στα Τούρκικα άνθρωπος που καλλιεργεί τη γη κάποιου άλλου. Μπορεί προς στιγμή στην ιστορία σας να φάινεστε ότι δεν είστε σιδερένιος αλλά το ότι γράφετε βιβλία δείχνει ότι έχετε σιδερένια θέληση να κάνετε αυτό που αγαπάτε. Σας χαιρετούμε με αγάπη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  21. Καλοί μου φίλοι από το Στ'3 του 2ου Δημοτικού σχολείου Νέας Μηχανιώνας. Είστε τυχεροί που ζείτε σε μια ιστορική και προσφυγική πόλη κι αγναντεύεται την θάλασσα.

    Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Νομίζω ότι είναι ευκαιρία μέσα από την ιστορία του Σιδερένιου να αναζητήσετε και να μάθετε περισσότερα για τα επίθετα σας κι έτσι να γνωρίσετε και την οικογενειακή σας ιστορία. Σίγουρα θα την βρείτε πολύ ενδιαφέρουσα.

    Τα επίθετα σας έχουν πραγματικό ενδιαφέρον για το τι σημαίνουν. Με τις λίγες γνώσεις που έχω στα Τούρκικα, το Σαράφογλου, σημαίνει ο γιος του πωλητή ασημιού. Κάποιος στην οικογένεια θα έκανε αυτή την δουλειά κι έτσι πήρε η οικογένεια αυτό το επίθετο.

    Σε κάποιες χώρες της Ευρώπης, υπάρχουν ολόκληρα βιβλία με τα γενεαλογικά δένδρα των ανθρώπων. Δένδρα που οι ρίζες τους φτάνουν πολύ βαθιά μέσα στο χρόνο. Δυστυχώς στην πατρίδα μας, που πέρασε τόσα από κατακτητές αλλά και την προσφυγιά, κι έχει μόνο από 100 έως 190 χρόνια ελευθερίας ανάλογα με την περιοχή, δεν είναι δυνατόν να βρεθούν για όλους τα γενεαλογικά δένδρα. Ευκαιρία λοιπόν να φτιάξετε τα δικά σας δένδρα μαζί με μια μικρή ιστορία.

    Σας εύχομαι να χαμογελάτε και αφήνεται πάντα το παράθυρο της γνώσης ανοιχτό.

    Σας στέλνω την αγάπη μου

    Ο φίλος σας Σπύρος Σιδέρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  22. Το σχόλιο αναρτήθηκε στην αρχική σελίδα αντί αυτής της στήλης για αυτό και το αναρτούμε πάλι.
    Ο/Η Georgios Ga άφησε ένα νέο σχόλιο για την ανάρτησή σας.

    Είμαστε η Άννα και η Δέσποινα από την Α3΄ τάξη του 105ου Δημοτικού σχολείου Θεσσαλονίκης. Μας άρεσε πολύ η ιστορία σας γιατί κι εμείς συνιθίζουμε να πετάμε τα δόντια μας στα κεραμίδια. Θέλουμε να μάθουμε από πότε αρχίσατε να γράφετε ιστορίες και πώς μάθατε να γράφετε βιβλία;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  23. Μικρές μου φίλες Άννα και Δέσποινα,

    Χαίρομαι που σας άρεσε η ιστορία του «Σιδερένιου». Ελπίζω να βρίσκεται εύκολα σπίτια με κεραμίδια για να πετάξετε τα δοντάκια σας και να μην αναγκάζεστε να ψάχνετε ανάμεσα σε πολυκατοικίες για να βρείτε ένα πραγματικό σπίτι με κεραμίδια.

    Την πρώτη μου ιστορία την έγραψα όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο. Έγραψα μια ιστορία για την αποταμίευση σε μια φυλή μυρμηγκιών που ζούσαν στο βάθος μιας μεγάλης μυρμηγκοφωλιάς. Ήταν και η πρώτη φορά που πήρα βραβείο. Ήταν κάτι που δεν το περίμενα, αλλά το χάρηκα πάρα πολύ.

    Για πολλά χρόνια δεν κατάφερα να γράψω κάποια άλλη ιστορία. Το μόνο που έγραφα ήταν γράμματα στους φίλους μου που ζούσαν σε άλλα μέρη. Όμως δεν σταμάτησα να διαβάζω ποτέ. Διάβαζα πάρα πολύ. Όχι μόνο τα μαθήματα μου αλλά και βιβλία. Αγαπημένος μου συγγραφέας ήταν ο Ιούλιος Βερν. Είχα όλα του βιβλία και τα διάβαζα ξανά και ξανά. Ήταν ο συγγραφέας που με ταξίδευε.

    Πριν από δέκα χρόνια περίπου, ξαναέπιασα το μολύβι κι άρχισα να γράφω, διηγήματα για μεγάλους και παραμύθια για μικρούς και μεγάλους. Κι όλα αυτά τα οφείλω σε μια υπέροχη καλοκαιρινή νύχτα κι ένα ολοστρόγγυλο φεγγάρι που μου έδωσε την έμπνευση να γράψω «το φεγγάρι που δεν μπορούσε να κοιμηθεί». Έτσι άρχισε το ταξίδι μου στον κόσμο των βιβλίων.

    Η αλήθεια βέβαια είναι ότι χρωστάω πολλά στους γονείς μου, που μ’ έμαθαν να αγαπώ τα βιβλία. Κι αυτή η αγάπη έγινε η έμπνευση στη γραφή.

    Εύχομαι να ταξιδεύετε κι εσείς με τα βιβλία και να γράψετε υπέροχες ιστορίες.

    Σας στέλνω την αγάπη μου

    Ο φίλος σας Σπύρος Σιδέρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  24. 1ο Πρότυπο Πειραματικό σχολείο:θα προτείναμε έναν δάσκαλο που έρχεται στο σπίτι, τον Σπιτοδάσκαλο.Επίσης τα μαθήματα να είναι πάντα ευκολομαθήματα και όχι δυσκολομαθήματα. :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  25. Aγαπητή μας κυρία Φώτου. Είμαστε το Δ 1 του 92ου Δημοτικού σχολείου Θεσσαλονίκης. Διαβάσαμε με μεγάλο ενδιαφέρον την όμορφη ιστορία σας που αφορά τα παιδικά σας χρόνια .Μας κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον και την αγωνία μας μέχρι το τέλος. Σίγουρα πιστεύουμε ότι η ιστορία σας με την αποθήκη είναι πραγματική και αν μπορούσαμε να πάμε εκεί πιστεύουμε ότι οι νυχτερίδες τώρα που είναι μέρα θα είναι κρεμασμένες ακόμη στο ταβάνι . Αυτά τα ήσυχα ζωάκια έχουν πολύ κακή φήμη ίσως γιατί κυκλοφορούν τη νύχτα που σίγουρα νομίζουμε ότι δεν τους αξίζει. Μπορεί κι αυτές να θυμούνται ένα θαρραλέο παιδάκι που ξεπέρασε τους φόβους του διαβάζοντας βιβλία. Ένας συμμαθητής μας σας θυμάται από πέρσι από την επίσκεψή σας στο σχολείο του στην Κοζάνη. Του είχατε κάνει μεγάλη εντύπωση με το βιβλίο σας για τη Νεράιδα του νερού που μάγεψε ένα κοριτσάκι .Θα θέλαμε να μας πείτε αν θα συνεχίσετε να γράφετε βιβλία και αν εμπνέεστε ακόμη από τα παιδικά σας χρόνια ή σας εμπνέει κάτι το καινούριο. Τι χρειάζεται να έχει κάποιος για να γίνει συγγραφέας γιατί μερικοί από εμάς έχουν ήδη αρχίσει να μεγαλώνουν κάποιες μικρές ιστορίες από τις εκθέσεις τους. Πού να ξέρει κάποιος ίσως σας μοιάσουμε γιατί μας αρέσει πολύ αυτό που κάνετε.

    Με αγάπη
    Οι μικροί βιβλιοφάγοι της Δ1

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  26. Αγαπημένη μας κ. Λότη,
    Eίμαστε τα παιδιά του 19ου Νηπιαγωγείου Καλαμαριάς στη Θεσσαλονίκη. θελουμε να σας πούμε ότι το παραμύθι με το γέρο Χρόνο μας άρεσε πολύ. Αυτό που μας άρεσε πιο πολύ ήταν που ο γέρο Χρόνος σας επισκέφτηκε και σας έλεγε τις σκανταλιές των εγγονών του κι εσείς τις φτιάξατε ιστορίες. Μας αρέσουν πολύ τα παραμύθια.
    Η Μαριλένα θέλει να σας πει:" Εγώ είμαι σαν το Μάρτη. Ο μπαμπάς μου και οι μαμά μου χώρησαν, γιατί μαλώναν και πηγαίνω μία στη μαμά και μία στο μπαμπά, έχω κι εγώ δύο σπίτια"
    Όλα τα παιδιά θέλουν να σας πουν:
    1."Είναι αλήθεια κ. Λότη ότι ο Γέρο Χρόνος σας επισκέφτηκε; Είναι αληθινή ιστορία ή παραμύθι;"
    2. Πώς νιώσατε όταν ήρθε ο Γέρο χρόνος στο σπίτι σας;
    Σας αγαπάμε πολύ, αγαπάμε και τα παραμύθια σας.
    τα παιδιά του 19ου Νηπιαγωγείου Καλαμαριάς, του σχολείου της αγάπης, της φιλίας, της χαράς και της προσφοράς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. H απάντηση της κ.Λότη,όπως μας την έστειλε στο email μας και σας την κοινοποιούμε.
      Καλησπέρα ΄Ελενα,
      Σου στέλνω την απάντηση:

      Αγαπημένα μου παιδιά του 19ου Νηπιαγωγείου Καλαμαριάς,
      Πολύ χαίρομαι που σας άρεσαν και σας κράτησαν συντροφιά τα παραμύθια με τα εγγόνια του Χρόνου. ΄Οπως είδατε, οι ιστορίες τους θυμίζουν πολλά από τη ζωή των παιδιών, όπως, για παράδειγμα, της Μαριλένας. Κι όσα κι αν τους συμβαίνουν, στο τέλος τα καταφέρνουν και είναι χαρούμενα. ΄Οσο για το Γερο-Χρόνο, τι να σας πω; Στα παραμύθια όλα γίνονται και όλα μοιάζουν πραγματικά! ΄Ενιωσα λοιπόν μεγάλη χαρά όταν είδα με τα μάτια της φαντασίας το Γερο-Χρόνο να μπαίνει στο σπίτι μου!
      Σας αγαπώ κι εγώ πολύ κι εύχομαι να είστε πάντα γερά και χαρούμενα και πάντα να προοδεύετε.
      Σας φιλώ
      Λότη

      Διαγραφή
  27. Αγαπητοί μου μικροί βιβλιοφάγοι του Δ1 του 92 Δημ. Σχολ.Θεσσαλονίκης.
    Χαίρομαι πολύ που η ιστορία μου κράτησε το ενδιαφέρον σας και πιο πολύ ακόμα χαίρομαι για την επικοινωνία μας.
    Σας βεβαιώνω ότι η ιστορία μου είναι πέρα για πέρα αληθινή, αλλά δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα η παλιά ξυλαποθήκη με τις νυχτερίδες. Ωστόσο νυχτερίδες συνάντησα πολλές φορές στη ζωή μου, με ξαφνιάζουν αλλά δεν με φοβίζουν πλέον. Ισως και να με θυμούνται, ποιος ξέρει... Λοιπόν στην Κοζάνη πραγματικά είχα πάει και μίλησα για τη Βασιλική που έχασε τη φωνή της από μια νεράιδα. Ευτυχώς την ξαναβρήκε.Μπορώ επίσης να σας βεβαιώσω ότι συνεχίζω να γράφω βιβλία για παιδιά, γιατί πρώτα από όλα περνάω καλά με τους ήρωες και αυτοί οι ήρωες στη συνέχεια μου γνωρίζουν πολλά παιδιά και εμένα μου αρέσει να γνωρίζω παιδιά και να μιλάω μαζί τους γιατί έχουν πολύ σημαντικά πράγματα να μου πουν. Από τη συναναστροφή μου με τα παιδιά παίρνω σχεδόν πάντα την αφορμή να γράψω ένα καινούριο βιβλίο. Σε όσους από σας γράφουν έχω να πω να συνεχίσουν. Για να γίνει κάποιος συγγραφέας χρειάζεται φαντασία, επιμονή και υπομονή. Την φαντασία ο άνρθωπος την καλλιεργεί με πολλούς τρόπους, ένας από αυτούς είναι και η ενασχόλησή του με λογοτεχνικά βιβλία. Όσοι διαβάζουν πολύ, όπως έκανα εγώ όταν ήμουν μικρή και που ακόμα συνεχίζω να κάνω, έχουν πάντα γύρω τους μια μαγική αυλή από την οποία μπορούν να αντλήσουν ιδέες και να εμπνευστούν. Εκεί μέσα στη μαγική αυλή μπορούν να ανακαλύψουν τρόπους για να αντιμετωπίσουν τα καθημερινά τους προβλήματα, να γίνουν δημιουργικοί.
    Για μια ακόμη φορά θέλω να σας ευχαριστήσω για την επικοινωνία μας. Να είστε όλοι καλά και να ξέρετε ότι τα βιβλία μπορούν να μας μεταφέρουν σε κόσμους μαγικούς, να μας δώσουν τη δυνατότητα να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας, ώστε να πάρουμε δύναμη για να αντιμετωπίσουμε ακόμα και τους φόβους μας.
    Πολλά φιλιά σε όλους
    Με αγάπη
    Γιώτα Φώτου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  28. Αγαπητή κυρία Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου, ενθουσιαστήκαμε με το κείμενο σας και αποφασίσαμε ως τάξη να συνεχίσουμε αυτή την καταπληκτική σας ιστορία.

    Εσείς θα μπορέσετε να την βαθμολογήσετε και να την σχολιάσετε!!!
    Επίσης αναφέρονται μερικές ερωτήσεις στο τέλος από τα παιδιά της τάξης μας για εσάς.

    Μια παράξενη επίσκεψη 2

    Ένα ωραίο πρωινό καθόμουν στη βεράντα του σπιτιού μου. Ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι και πήγα να δω ποιος είναι. Ήταν ένας κύριος ψηλός, όμορφος, λαμπερός και ιδιαίτερα γοητευτικός.
    -Καλημέρα σας με λένε Ήλιο.
    -Καλημέρα (είπα κι εγώ διστακτικά)
    Αισθάνθηκα λίγο αμήχανα γιατί πρώτη φορά στη ζωή μου είδα ένα τέτοιο γλυκό πρόσωπο. Τον είπα να περάσει μέσα και αφού του έβαλα καφέ άρχισε να μου λέει τις ιστορίες του.
    Από μικρό παιδί με αγαπούσαν όλοι. Όλοι οι συγγενείς μου μου είχαν αδυναμία γιατί δεν χαλούσα ποτέ το χατίρι. Έχω όμως δύο αδερφές, την Συννεφούλα και την Βροχούλα και έναν αδερφό που τον λένε Κεραυνό. Ο αδελφός μου είναι πολύ νευρικός και θυμώνει με το παραμικρό. Αποτέλεσμα να στεναχωριέται πολύ η Συννεφούλα και η Βροχούλα να κλαίει ασταμάτητα. Εγώ προσπαθώ συνέχεια να τους βοηθήσω με τον τρόπο μου και δείχνω πάντα ότι τους αγαπώ πολύ.
    Ήταν μια ιστορία που με έκανε να κλάψω από συγκίνηση.
    Ξέρεις εσύ πρέπει να γνωρίσεις την αδερφή μου την Βροχούλα. Φεύγω τώρα και θα της πω να σε επισκεφθεί.
    Ήταν μια πολύ όμορφη ιστορία και τώρα περιμένω τι; Τη ΒΡΟΧΟΥΛΑ. Την επόμενη ιστορία θα σας την πω άλλη φορά...


    Από το: Ε'2 του 88ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκηςελπίζουμε να σας αρέσει!!!!!!!



    ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

    1.Πώς σας ήρθε η ιδέα να γράψετε για τους μήνες;
    Γιώργος Ζιάκας

    2. Έχετε εγγόνια;
    Μαρία Καραγκιόζη

    3. Τα βιβλία σας τα διαβάζετε στα εγγόνια σας;
    Βούλα Γκουλέτσα

    4. Πώς πήρατε την απόφαση να γίνετε συγγραφείς;
    Μαρία Καραγκιόζη

    5. Μπορείτε να επισκευθείτε του χρόνου το 88ο Δημοτικό Σχολείο Θεσ/νίκης;
    Γιώργος Ταλατάς

    6. Πώς καταφέρατε να γράψετε τόσα πολλά βιβλία και τόσο ωραία;
    Άλκης Μητακίδης

    7. Από που βγαίνει το Πέτροβιτς; Έχετε δύο εθνικότητες; Αν ΝΑΙ, από που είστε;
    Αγάπη Λιόλιου

    8. Ασχοληθήκατε από νωρίς με το γράψιμο ή ασχοληθήκατε με κάτι άλλο και μετά αποφασίσατε να γράψετε;
    Δήμητρα Φανάρα

    9. Από που εμπνέεστε και γράφετε τόσο ωραία παραμύθια;
    Μαντάς Ευριπίδης

    10. Κάνετε συχνά ταξίδια;
    θοδωρής Ποιμενίδης

    11. Πώς σας ήρθε η ιδέα να γράψετε βιβλία για μικρούς και για μεγάλους;
    Ντέβιο Μπέμπρι

    12. Απο πού κατάγεται η οικογένειά σας;
    Ευελίνα Καλογεροπούλου

    13. Έχετε σπουδάσει για να γίνετε συγγραφέας;
    θανάσης Ξυμιτίδης

    14. Κυρία Λότη τι θα λέγατε να γράψετε ένα βιβλίο για το 88ο Δ.Σ Θεσ/νικης;
    Νιανιά Θεοδώρα

    15. Γράφετε κάποιο έργο αυτήν την εποχή;
    Όλγα Τσιρώνη

    16. Πότε αρχίσατε να γράφετε βιβλία;
    Αθανασιλαδης Χρήστος

    17. Έίναι εύκολο κανείς να γράψει ένα παραμύθι;
    Νίκος Μυρίδης

    18. Πόσα χρόνια είστε συγγραφέας;
    Κωνσταντίνος Μπατάρας

    19. Πώς βρίσκετε τόσες ωραίες ιδέες για τα βιβλία σας;
    Αρετή Τασιούλα

    20. Κυρία Λότη Πέτροβιτς τι θα λέγατε να ερχόσασταν στο σχολείο μας για να γράψουμε μαζί σας ένα βιβλίο και να το αναρτήσουμε στο site της Φιλαναγνωσίας;
    Βαράτη Μαρία

    Οι μαθητές του Ε'2 Δ.Σ Θεσ/νίκης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  29. Η απάντηση της κ.Λότη,όπως μας ήρθε στο email μας και σας την κοινοποιούμε.

    Αγαπητά μου παιδιά της Ε'2 του 88ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης,
    Η ιστορία που γράψατε είναι εξαιρετική! Μπράβο σας, πολύ καλή δουλειά! Χαίρομαι που η δική μου ιστορία στάθηκε αφορμή να γράψετε κάτι τόσο όμορφο.
    Το δικό μου παραμύθι με τον ΄Ηλιο , τα παιδιά του και τα εγγόνια του θα το βρείτε στο βιβλίο μου «Η οικογένεια του ΄Ηλιου». Πληροφορίες για το βιβλίο μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα μου και συγκεκριμένα εδώ:
    http://www.loty.gr/paramith_analyt_13.htm
    Και τώρα στις ερωτήσεις σας:
    1.Πώς σας ήρθε η ιδέα να γράψετε για τους μήνες;
    Γιώργος Ζιάκας
    - Η ιδέα δεν ήταν δική μου, ήταν του παππού-Χρόνου!

    2. Έχετε εγγόνια;
    Μαρία Καραγκιόζη
    - ΄Εχω μία εγγονή

    3. Τα βιβλία σας τα διαβάζετε στα εγγόνια σας;
    Βούλα Γκουλέτσα
    - ΄Οσα έγραψα τα 2-3 τελευταία χρόνια τα έχω διαβάσει στην εγγονή μου, που πηγαίνει στην πρώτη Δημοτικού. Τα προηγούμενα όχι, είτε γιατί ήταν πολύ μικρή, είτε γιατί δεν είχε γεννηθεί ακόμα. Προς το παρόν άλλα εγγόνια δεν έχω.

    4. Πώς πήρατε την απόφαση να γίνετε συγγραφέας;
    Μαρία Καραγκιόζη
    - Μου άρεσε να λέω και να γράφω ιστορίες και αγαπούσα πολύ τα παιδιά

    5. Μπορείτε να επισκεφθείτε του χρόνου το 88ο Δημοτικό Σχολείο Θεσ/νίκης;
    Γιώργος Ταλατάς
    - Αν το προγραμματίσουμε, νομίζω θα τα καταφέρω.

    6. Πώς καταφέρατε να γράψετε τόσα πολλά βιβλία και τόσο ωραία;
    Άλκης Μητακίδης
    - Μου δίνουν εμπνεύσεις τα παιδιά – μικρά και μεγάλα – και τα παιδιά που κρύβουν μέσα τους οι μεγάλοι.
    Η συνέχεια των απαντήσεων στο παρακάτω..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  30. Η συνέχεια των απαντήσεων από την κ.Λότη στα παιδιά του 88ου Δ.Σ Θεσσαλονίκης.
    7. Από που βγαίνει το Πέτροβιτς; Έχετε δύο εθνικότητες; Αν ΝΑΙ, από που είστε;
    Αγάπη Λιόλιου
    - Γεννήθηκα και έχω μία και μόνο εθνικότητα, την ελληνική. Περισσότερα γι’ αυτό που ρωτάς θα βρεις στην ιστοσελίδα μου, στις κουβέντες με τα παιδιά. Εκεί υπάρχει απάντηση σε παρόμοια ερώτηση παιδιών. Κοίταξε στο :
    http://www.loty.gr/kouventes.htm

    8. Ασχοληθήκατε από νωρίς με το γράψιμο ή ασχοληθήκατε με κάτι άλλο και μετά αποφασίσατε να γράψετε;
    Δήμητρα Φανάρα
    -‘Εγραφα από μικρή, αλλά συστηματικά ασχολήθηκα με το γράψιμο αφού πρώτα φρόντισα να έχω ένα βιοποριστικό επάγγελμα. Περισσότερες πληροφορίες θα βρεις στην ιστοσελίδα μου www.loty.gr και στο βιογραφικό που υπάρχει στη σελίδα
    http://www.i-read.i-teen.gr/author/loti-petrobits-androytsopoyloy

    9. Από που εμπνέεστε και γράφετε τόσο ωραία παραμύθια;
    Μαντάς Ευριπίδης
    -Από κάθε τι που με συγκινεί.

    10. Κάνετε συχνά ταξίδια;
    θοδωρής Ποιμενίδης
    -Αρκετά συχνά.

    11. Πώς σας ήρθε η ιδέα να γράψετε βιβλία για μικρούς και για μεγάλους;
    Ντέβιο Μπέμπρι
    - Επειδή αγαπώ τους ανθρώπους όποια ηλικία και να έχουν.

    12. Απο πού κατάγεται η οικογένειά σας;
    Ευελίνα Καλογεροπούλου
    -Ο πατέρας μου ήταν Σερραίος, η μητέρα μου Αθηναία. Περισσότερες πληροφορίες θα βρεις κι εσύ στους ιστότοπους που σημειώνω στη Δήμητρα Φανάρα

    13. Έχετε σπουδάσει για να γίνετε συγγραφέας;
    θανάσης Ξυμιτίδης
    - Αυτά που σπούδασα με βοήθησαν, αλλά συγγραφέας δε γίνεται κανείς μόνο σπουδάζοντας.

    14. Κυρία Λότη τι θα λέγατε να γράψετε ένα βιβλίο για το 88ο Δ.Σ Θεσ/νικης;
    Νιανιά Θεοδώρα
    - Μα θα πρέπει πρώτα να γνωριστούμε, νομίζω…

    15. Γράφετε κάποιο έργο αυτήν την εποχή;
    Όλγα Τσιρώνη
    - Ναι, γράφω.

    16. Πότε αρχίσατε να γράφετε βιβλία;
    Αθανασιλαδης Χρήστος
    -΄Αρχισα να γράφω για άσκηση από μικρή, αλλά βιβλία μου εκδόθηκαν πολύ αργότερα.

    17. Έίναι εύκολο κανείς να γράψει ένα παραμύθι;
    Νίκος Μυρίδης
    - Αν έχει την ικανότητα, και ασκηθεί πολύ, τα καταφέρνει.

    18. Πόσα χρόνια είστε συγγραφέας;
    Κωνσταντίνος Μπατάρας
    - Βιβλία μου άρχισαν να εκδίδονται από το 1973 – έχουν περάσει από τότε 39 χρόνια!

    19. Πώς βρίσκετε τόσες ωραίες ιδέες για τα βιβλία σας;
    Αρετή Τασιούλα
    - ΄Ερχονται και με βρίσκουν εκείνες!

    20. Κυρία Λότη Πέτροβιτς τι θα λέγατε να ερχόσασταν στο σχολείο μας για να γράψουμε μαζί σας ένα βιβλίο και να το αναρτήσουμε στο site της Φιλαναγνωσίας;
    Βαράτη Μαρία
    - Λίγο δύσκολο το βρίσκω αλλά ίσως κάποτε το κατορθώσουμε.

    Σας φιλώ όλους και σας εύχομαι πάντα να προοδεύετε.
    Με αγάπη
    Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου
    Loty Petrovits-Andrutsopulou
    www.loty.gr
    ‎"Η οικογένεια του Ήλιου" Πατάκης, 1998 - 5η έκδοση 2007. 80 σελ.Εικονογράφηση: με κoλάζ από τη συγγραφέα Βράβευση: Κρατικό Βραβείο 1999ISBN: 960-600-420-1 Μεταφράστηκε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  31. Κύριε Σιδέρη γεία σας!
    Μας άρεσε πάρα πολύ η ιστορία που γράψατε με το όνομα σας.Έτσι πήραμε την απόφαση να παίξουμε κι εμείς με το επώνυμό μας. Απολαύστε τις δικές μας μικρές παιχνιδιάρικες ιστορίες . Τα παιδιά του Ε2του 88 Δημοτικού.Σχολείου Θεσσαλονίκης .


    1. Με λένε Μαρία Καραγκιόζη αλλά δεν είμαι καραγκιόζης
    Μαρία Καραγκιόζη

    2. Με λένε Ποιμενίδη αλλά δεν είμαι βοσκός.
    Θοδωρής Ποιμενίδης

    3.Με λένε Αρετή Τασιούλα και έχω καλύτερη φίλη την Τασούλα. Αρετή Τασιούλα

    4. Με λένε Εβελίνα Καλογεροπούλου αλλά δεν έχω θείο καλόγερο ούτε θα καλογερέψω.
    Εβελίνα Καλογεροπούλου

    5.Με λένε Ντέβιο Μπέμπρι αλλά δεν είμαι Μπέμπης.
    Ντέβιο Μπέμπρι

    6.Με λένε Αθανασιάδη Χρίστο και ψάχνω την αθανασία.
    Αθανασιάδη Χρίστο

    7.Με λένε Νίκο Μυρίδη, αλλά δεν μυρίζω γαυρίνι.
    Νίκος Μυρίδης

    8.Με λένε Θεοδώρα Νιανιά αλλά ποτέ δεν τρώω τα φαγητά μου νιανιά.
    Θεοδώρα Νιανιά

    9.Το όνομα μου είναι Ξυμιτίδης θανάσης αλλάδεν ξύνω τη μύτη μου.Ξυμιτίδης θανάσης

    10.Με λένε Όλγα Τσιρώνη και τσιρίζω δυνατά γι αυτο φεύγουν όλοι μακριά.

    11.Με λένε Αγάπη Λιόλιου αλλά δεν είμαι λολή!!!
    Αγάπη Λιόλιου

    12.Με λένε Γιώργο Ζιάκα και όχι γιακά, ούτε φοράω γιακά.Γιώργος Ζιάκας

    13.Με λένε Γιώργο Ταλατά και όχι γαλατά.
    Γιώργος Ταλατάς

    14.Με λένε Βούλα Γκουλέτσα αλλά δεν είμαι γ-κουλή
    Βούλα Γκουλέτσα

    15.Με λένε Δήμητρα Φανάρα αλλά δεν κρατώ φανάρια.
    Δήμητρα Φανάρα

    16.Με λένε Μαρία Βαράτη και δεν βαράω μη με φοβάστε!
    Μαρία Βαράτη

    17.Με λένε Ευριπίδη Μαντά αλλά δεν πουλάω μανταρίνια .
    Ευριπίδης Μαντάς

    18.Με λένε Άλκη Μητακίδη και το μυ δεν γράφετε με υ γιατί αλλιώς θα με περνούσαν για μυτόγκα.
    Άλκη Μητακίδη

    19.Με λένε Κωνσταντίνο Μπατάρα αλλά δεν πουλάω μπαταρίες.
    Κωνσταντίνος Μπατάρας

    Από το Ε2 του 88 δημοτικού σχολείου Θεσσαλονίκης ελπίζουμε να σας άρεσε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μικροί μου φίλοι της Ε2 του 88 Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης, χαίρομαι πάρα πολύ που σας άρεσε η ιστορία του Σιδερένιου, κι ακόμα περισσότερο χάρηκα που παίξατε με τα επίθετα σας. Νομίζω ότι την επόμενη φορά που θα γράψω μια ιστορία θα χρειαστώ την φαντασία σας. Τι λέτε; Να το προσπαθήσουμε;

      Μου άρεσε πάρα πολύ το παιχνίδισμα που κάνατε με τα επίθετα σας. Καταφέρατε να με κάνετε να γελάω με τις ώρες. Κι αυτό είναι το πιο ακριβό που μπορεί να σου προσφέρει κάποιος. Μου χαρίσατε απλόχερα το γέλιο και σας ευχαριστώ γι αυτό.

      Εύχομαι να είστε πάντα δημιουργικοί και να σκορπίζετε το χαμόγελο γύρω σας.

      Σας στέλνω την αγάπη μου

      Ο φίλος σας Σπύρος Σιδέρης

      Διαγραφή
  32. Αγαπητή κ. Φώτου,
    Είμαστε ο Γιώργος & ο Ζαφείρης του Δ'1 του 92ο Δημοτικού σχολείου Θεσσαλονίκης.Η ιστορία σας για τη μαγική αυλή ήταν συναρπαστική και θα θέλαμε να 'μασταν στη θέση σας.(Ζαφείρης):Πώς νιώθετε όταν γράφετε ένα βιβλίο;(Γιώργος):Θα θέλατε να επισκεφτείτε το σχολείο μας;Να είσαστε γερή & δυνατή
    ΟΙ ΜΙΚΡΟΙ ΒΙΒΛΙΟΦΑΓΟΙ!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  33. Αγαπητοί μου φίλοι Γιώργο και Ζαφείρη
    Χαίρομσι πολύ που σας άρεσε η ιστορία μου με τη Μαγική Αυλή. Νομίζω ότι είναι πολύ εύκολο να μπειτε στη θέση μου και να δημιουργήσετε μια δική σας μαγική αυλή. Αυτό μπορεί να γίνει αν διαβάζετε πολλά βιβλία ώστε να αναπτύξετε τη φαντασία σας.
    Όταν γράφω ένα βιβλίο έχω διαφορετικά συναισθήματα κάθε φορά, ανάλογα με την ιστορία. Δένομαι πολύ με τους ήρωες και ζω τα γεγονότα μαζί τους.
    Βεβαίως θα ήθελα να επισκεφτώ το σχολέιο σας ώστε να σας γνωρίσω από κοντά. Μπορούμε να το κανονίσουμε αυτό.
    Σας στέλνω πολλά φιλιά και πολλές ευχές για Καλό Πάσχα
    Με αγάπη
    Γιώτα Φώτου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  34. Γεια σας κ. Σιδέρη!
    Διαβάσαμε το άρθρο σας και μας άρεσε πολύ! Θέλουμε όμως νας ρωτήσουμε κάποια πράγματα!Έχουμε απορίες...
    1ον) Πώς αισθανόσασταν όταν τα άλλα παιδιά σας κορόισευαν;
    2ον)Με τα παιδιά αυτά έχετε γίνει φίλοι;
    3ον)Όταν πέσατε απ'το δέντρο κλάψατε;
    4ον) Ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο από αυτά που έχετε γράχει;
    Σας αγαπάμε πολύ και σας περιμένουμε ξανά στο σχολειο μας, αν μπορέσετε να ξαναρθείτε!
    Τα παιδιά της Γ' τάξης του 2ου Δ.Σ. Χρυσούπολης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μικροί μου φίλοι της Γ΄ τάξης του 1ου Δημοτικού Σχολείου Χρυσούπολης Καβάλας, Μυρσίνη, Σοφία, Παναγιώτη, Δημήτρη, Άντζη, Αντώνη, Βίλμα, Γιάννη, Ραφαέλα, Κώστα, Σοφία, Δημήτρη, Χριστίνα, Ηρακλή και Φωτεινή, χαίρομαι πάρα πολύ που σας άρεσε η ιστορία του "Σιδερένιου" κι ακόμα περισσότερο που επικοινωνούμε πάλι, έστω και μέσω του διαδικτύου.

      Λοιπόν, η αλήθεια είναι ότι όταν με κορόιδευαν τα παιδιά, ντρεπόμουν πάρα πολύ. Μερικές φορές νόμιζα ότι είχαν δίκιο κι αυτό μ’ έκανε να χάνω το χαμόγελο μου. Μερικές φορές μάλιστα δεν ήθελα να πάω στο σχολείο για να μην τους ακούω να με κοροϊδεύουν. Κατάλαβα όμως ότι ο καλύτερος τρόπος για να νικάς τους φόβους σου είναι να τους αντιμετωπίζεις. Κι έτσι έκανα. Σταμάτησα να ντρέπομαι και να φοβάμαι να πηγαίνω σχολείο, ώσπου στο τέλος με τα παιδιά αυτά γίναμε καλοί φίλοι.

      Για την τρίτη σας απορία, θέλω να σας πω ότι έκλαψα πολύ, γιατί πόνεσα. Αλλά μην το πείτε πουθενά, έτσι; Αυτό να μείνει μεταξύ μας. Τι Σιδερένιος είμαι άμα κλαίω;

      Όσο για το πιο αγαπημένο μου βιβλίο, σίγουρα είναι το πρώτο. «Το φεγγάρι που δεν μπορούσε να κοιμηθεί». Όταν το έπιασα για πρώτη φορά στα χέρια μου τυπωμένο με την εικονογράφηση της Λήδας Βαρβαρούση, έκανα σαν μικρό παιδί. Αγαπημένη όμως ιστορία είναι το διήγημα «Αυτόπτης Μάρτυς» που βραβεύτηκε σε πανελλήνιο διαγωνισμό από τον Αντώνη Σαμαράκη.

      Σας φιλώ και σας στέλνω την αγάπη μου. Σας υπόσχομαι να τα ξαναπούμε σύντομα. Καλό Πάσχα μικροί μου φίλοι.

      Ο φίλος σας Σπύρος Σιδέρης.

      Διαγραφή
  35. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  36. Αγαπημένη μας κυρία Αλεξάνδρα Κ. Καλώς ήρθατε κοντά μας. Είμαστε οι μαθητές της Δ1 τάξης του 92ου Δημοτικού σχολείου Θεσσαλονίκης. Πολύ ωραία και πρωτότυπη η ιστορία σας μας άρεσε πολύ. Γελάσαμε με τις αγριοφωνάρες των γονιών σας και θυμηθήκαμε τον Κακοφωνίξ από τον Αστερίξ που νόμιζε ότι είχε ωραία φωνή. Θα έπρεπε να τους βάζατε κάποιο μαντήλι στο στόμα ή να τους λέγατε ότι τραγουδάν υπέροχα μήπως και σταματούσαν. Σας καταλάβαμε πολύ καλά τι τραβήξατε και πως νιώθατε. Με μεγάλη μας χαρά θα θέλαμε να συνεχίσουμε μαζί σας αυτό το όμορφο βιβλίο αυτή την «συμφωνία για ξεκούρδιστα έγχορδα». Έχουμε βέβαια μια απορία πως είναι το όνομά σας ολόκληρο και γιατί λέγεστε (Κ); Συνεχίζουν να τραγουδάνε οι γονείς σας; Ποιο ήταν το τεράστιο λάθος που έκαναν αργότερα ; μήπως το μάθουν οι δικοί μας γονείς και δεν το ξανακάνουν. Βέβαια και οι δικοί μας είναι τέλειοι ξέρετε δεν κάνουν λάθη μόνον μια απλή φορά ο πατέρας του Γιώργου είχε μαγειρέψει κοτόσουπα χωρίς αλάτι και έλεγε ότι έτσι γίνεται. Η γιαγιά του Δημήτρη ζέσταινε κάθε μέρα το γάλα του ενώ αυτός το έπινε κρύο Είχε βέβαια λάθος .Ο μπαμπάς της Σοφίας έβαζε αλάτι στο κέικ αντί για ζάχαρη. Τι νόστιμο που ήταν? Ο πατέρας της Άρτεμις προσπαθεί να μάθει από μόνος του Λαούτο .Καταλαβαίνεται τι τραβάει το κορίτσι .Οι γονείς του Στέλιου κάθε φορά που επιστρέφουν από την δουλειά βάζουν πάντα το ίδιο τραγούδι. Του σπάει τα αυτιά .Δεν πειράζει όμως, γονείς είναι. Η μητέρα της Ειρήνης ακούει πάντα τα ίδια λαϊκά τραγούδια στο αυτοκίνητο. Οι άλλοι βέβαια το έχουν συνηθίσει. Ο Δημήτρης κάθε φορά που πάει να ανοίξει τον υπολογιστή έρχεται ο πατέρας του και του λέει: Τελειώνεις; Χρειάζομαι τον υπολογιστή. Μα συνέχεια γίνεται αυτό!!!!!!!!!!! Δεν πειράζει όμως γονείς είναι.
    Αυτά κι άλλα πολλά συμβαίνουν στα σπίτια μας, δεν τελειώσαμε όμως σας χαιρετούμε και θα τα ξαναπούμε σύντομα
    Οι μικροί βιβλιοφάγοι της Δ1

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η απάντηση όπως μας την έστειλε η συγγραφέας Αλεξάνδρα Κ*

      Αγαπητοί Μικροί Βιβλιοφάγοι της Δ1του 92ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης,
      (στο εξής θα σας αποκαλώ "αγαπητοί Μ.Β.Δ1.92Δ.Σ.Θ.", που είναι πιο σύντομο και ακούγεται σα να είμαστε μυστικοί πράκτορες σε αποστολή. Εγώ θα εξακολουθήσω να είμαι η Κ* και δε θα σας αποκαλύψω ακόμη το όνομά μου γιατί αν η μαμά μου μάθει ότι την κάνω δημοσίως ρεζίλι, θα αρχίσει τη γκρίνια. Δεν ξέρω για τους δικούς σας γονείς, η δική μου μαμά πάντως είναι κάτι σαν τη Βασίλισσα της Γκρίνιας. Το τηλέφωνό της, αντί για ντριν-ντριν κάνει γκριν-γκριν. Κλείνω την παρένθεση.) (-->την έκλεισα) (πάμε πάλι απ' την αρχή)

      Αγαπητοί Μ.Β.Δ1.92Δ.Σ.Θ., χαίρομαι που βλέπω ότι δεν είμαι η μόνη που έχει υποφέρει κατά καιρούς διάφορα από τους γονείς της. Κουράγιο αδέρφια, κάποια στιγμή θα μεγαλώσουμε (και θα κάνουμε τα δικά μας λάθη - μουόχοχο).
      Ναι, το είχα σκεφτεί κι εγώ αυτό με το μαντήλι στο στόμα αλλά μου φάνηκε κάπως βίαιο οπότε σκέφτηκα "άσ'το Αλεξάνδρα, θα περάσει κι αυτό". Δεν πέρασε φυσικά. Ακόμα μαζεύονται και τραγουδάνε. Δεν έχουν βελτιωθεί καθόλου μάλιστα. Αλλά εξακολουθούν να πιστεύουν ότι τραγουδούν υπέροχα οπότε δε θέλω να τους δώσω κι άλλο θάρρος. Ευτυχώς τώρα μένουμε σε διαφορετικά σπίτια - γεγονός που σου λύνει τα χέρια από πολλές απόψεις εκτός από αυτή των σιδερωμένων ρούχων.
      Το μεγάλο τους λάθος θα το συζητήσουμε σε λίγα χρόνια, όταν θα είμαστε όλοι -κι εγώ μαζί- αρκετά ώριμοι και σοβαροί για να αντιμετωπίσουμε "μεγάλα λάθη" (Σοβαροί; Εντάξει, μπορεί και να μην το πάθουμε ποτέ αυτό.)

      Στα δικά σας τώρα. Γιώργο, η κοτόσουπα χρειάζεται πράγματι αλάτι. Είναι μία διαχρονική και πανανθρώπινη αλήθεια αυτό. Μια αλήθεια που και η δική μου γιαγιά επιμένει να αγνοεί χρόνια τώρα. Αλλά τουλάχιστον έχεις ένα μπαμπά που μαγειρεύει, ε; Η τελευταία φορά που ο μπαμπάς μου μαγείρεψε ήταν περίπου το 1994, μια Κυριακή που είχε τελικό - ομελέττα έφτιαξε, μη φανταστείς.
      Δημήτρη, που πίνεις το γάλα ζεστό, σκέψου εκείνα τα παιδάκια που δε θέλουν καθόλου γάλα. Είναι μια κάποια ανακούφιση.
      Σοφία, εγώ βάζω τυρί στο κέικ. Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, συνήθως το τρώω μόνη μου, κανείς άλλος δε θέλει. Αναρωτιέμαι γιατί.
      Για τον μπαμπά της Αρτέμιδος και το λαούτο του, δεν έχω να πω πολλά. Σε καταλαβαίνω. Υπομονή. Κουράγιο.
      Στέλιο, ποιο τραγούδι είναι; Εμένα έβαζαν ολόκληρο cd - και φυσικά τραγουδούσαν κι από πάνω.
      Ειρήνη, αν φτάσεις στο αμήν, εξαφάνισε το cd και βάλε στη θέση του ένα dvd. Δε θα παίξει φυσικά. Αλλά για μία μέρα θα έχεις την ησυχία σου τουλάχιστον.
      Δημήτρη, μπορείς πριν ανοίξεις τον υπολογιστή να βγάλεις μία ανακοίνωση τύπου "Σκοπεύω να ανοίξω τον υπολογιστή σε ένα τέταρτο. Όποιος μπαμπάς τον χρειάζεται, παρακαλείται να κάνει τη δουλειά του τώρα. Ευχαριστώ.". Ας ελπίσουμε ότι θα έχει αποτέλεσμα.

      Γέλασα πάρα πολύ με τις απαντήσεις σας και έβαλα ήδη κάποια από τα "λάθη" των δικών σας γονιών στην ιστορία μου. Βρίσκομαι τώρα στη σελίδα 32 ενώ περιμένω τον εικονογράφο να μου στείλει τα πρώτα σχέδια των ηρώων μου. Για να δούμε τί θα βγει...
      Σας ευχαριστώ για τη βοήθεια και θα χαρώ να ακούσω κι άλλα "λάθη". Θα τα ξαναπούμε αγαπητοί Μ.Β.Δ1.92Δ.Σ.Θ.! Είμαστε σε αποστολή!

      Αλεξάνδρα Κ

      Διαγραφή
  37. Κύριε Σιδέρη είμαστε οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β΄ τάξης του 34ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης. Διαβάσαμε την ιστορία σας και μας άρεσε πολύ. Έχουμε κι εμείς κάποιες ερωτήσεις:
    1) Έπεσε τελικά το δόντι σας στα κεραμίδια;
    2) Βγήκε σιδερένιο δόντι ή όχι;
    3) Γιατί δε βάλατε το δόντι κάτω από το μαξιλάρι για να έρθει η νεράιδα των δοντιών και να σας φέρει δώρα;
    4) Πώς περνούσατε την πόρτα με καρούμπαλο σαν τον Όλυμπο;

    Σας χαιρετούμε
    Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β΄ τάξης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μικροί μου φίλοι και μικρές μου φίλες της Β’ τάξης του 34ου Σχολείου Θεσσαλονίκης, χαίρομαι αφάνταστα που σας άρεσε η ιστορία του Σιδερένιου. Με κάνει να αισθάνομαι ακόμα πιο Σιδερένιος αυτό.

      1) Ευτυχώς το δόντι έπεσε στα κεραμίδια. Αν δεν έπεφτε, δεν νομίζω να είχα την δύναμη, παρόλο ότι ήμουν σιδερένιος να ξανανέβαινα στο δένδρο τόσο εύκολα, μετά από την τούμπα που έφαγα. Όπως διαβάσατε, το δόντι έπεσε στα κεραμίδια κι εγώ βρέθηκα φαρδύς πλατύς στις ρίζες της μουριάς.

      2) Δεν ξέρω αν έγινε σιδερένιο γιατί δεν το έκανα ακόμα ανάλυση στο χημείο για να δω αν είναι πράγματι σιδερένιο. Όμως είναι γερό και δυνατό σαν σιδερένιο, οπότε συμπεραίνω ότι πρέπει να έγινε.

      3) Στην δικιά μου εποχή, όταν ήμουν μικρός σαν κι εσάς δηλαδή, η νεράιδα του δοντιού δεν είχε ταξιδέψει ακόμα από την Αγγλία για να έρθει στην Ελλάδα. Έτσι έπρεπε να ακολουθήσω τις οδηγίες της γιαγιάς μου που ήταν πάρα πολύ σοφή. Είχε το όνομα της Θεάς της Σοφίας, την έλεγαν Αθηνά και την άκουγα πάντα με προσοχή.

      4) Είναι αλήθεια ότι είχα πρόβλημα με τόσο μεγάλο καρούμπαλο, για να περνάω τις πόρτες. Αλλά βρήκα έναν τρόπο να το κάνω εύκαμπτο το καρούμπαλο και να λυγίζει όταν περνούσα τις πόρτες. Φορούσα ένα σκουφάκι, που πρέπει να ήταν μαγικό. Το σκουφάκι αυτό έκρυβε το καρούμπαλο από τους άλλους και λύγιζε, ώστε να μην χτυπάει στις πόρτες.

      Σας στέλνω την αγάπη μου και μια μεγάλη αγκαλιά.

      Σας φιλώ,

      Ο φίλος σας

      Σπύρος Σιδέρης.

      Διαγραφή
  38. Αγαπημένη μας Κυρία Αλεξάνδρα Κ* μας άρεσε πάρα πολύ η απάντησή σας και το όνομα που μας δώσατε .Είμαστε πλέον οι μυστικοί πράκτορες Μ.Β.Δ1.92Δ.Σ.Θ.! Θα σας γράφουμε κάπου κάπου για να μην μας καταλαβαίνουν ξέρετε εσείς ποιοι…….. Οι ιδέες σας μας άρεσαν πολύ και θα τις εφαρμόσουμε σύντομα. Τον Δημήτρη λοιπόν ο πατέρας του του υποσχέθηκε ότι αν πάρει σε όλα τα μαθήματα του " Α" ,θα του πάρει έναν ολόκληρο υπολογιστή δικό του με ένα internet.O μπαμπάς του Γιώργου όμως του έχει πάρει ολόκληρο υπολογιστή αλλά δυστυχώς χωρίς ούτε ένα internet.Μερικοί γονείς είναι λιγούρηδες όπως του Γιώργου Χ που του τρώει συνέχεια τα καραμελάκια που του είχε ο ίδιος αγοράσει. Της Eιρήνης λείπει σχεδόν καθημερινά το κρουασάν που της έχει βάλει η μαμά της πάνω στο τραπέζι για το σχολείο. Πού πηγαίνει άραγε; Μάλλον σε κάποιου γονιού το στομάχι… Του Κωσταντίνου η μητέρα ξεχνάει πάντα την παραγγελία του για σοκολάτα. Πως γίνεται αυτό ; Η μητέρα του Γιώργου δανείζεται χρήματα από αυτόν με σκοπό να του τα επιστρέψει όταν αυτός μεγαλώσει, χωρίς τον ανάλογο τόκο βέβαια. Ο Φρίξος παρακαλάει την μητέρα του να του κάνει παστίτσιο αλλά αυτή του κάνει πάντα αρακά που δεν του αρέσει καθόλου. Σκέφτεται να της ζητάει το αντίθετο. Δεν πειράζει όμως γονείς είναι θα μεγαλώσουν…
    Σας χαιρετούμε και ευχόμαστε να ξεκολλήσετε από την σελίδα 32 και αν χρειαστείτε εικονογράφηση εδώ είναι οι καλοί φίλοι Μ.Β.Δ1.92Δ.Σ.Θ.!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. H απάντηση της Αλεξάνδρας Κ* όπως μας ήρθε.
      Alexandra K
      10:44 π.μ. (Πριν από 2 ώρες)

      Για την Δ' τάξη 92ου Δημοτικού σχολείου Θεσσαλονίκης (03:47)

      Μ.Β.Δ1.92Δ.Σ.Θ., λαμβάνει; Όβερ, όβερ.
      Σας γράφω από το αρχηγείο μου (το τραπέζι της κουζίνας). Στοπ. Κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Στοπ. Έχω φτάσει στη σελίδα 45 και η ηρωίδα μου βρίσκεται σε μεγάλα βάσανα. Στοπ. Οι γονείς έχουν ξεφύγει τελείως. Στοπ. Η στοίβα με τα άπλυτα ξεπερνάει σε ύψος το Έβερεστ. Στοπ. Η ηρωίδα μου σκέφτεται πάλι να μεταναστεύσει. Στοπ. Ο εικονογράφος έχει εξαφανιστεί. Στοπ. Η ηρωίδα μου έχει απελπιστεί γιατί χωρίς εικονογράφο δε θα καταφέρει ποτέ να γίνει ηρωίδα. Στοπ. Βοήθεια. Στοπ. Βγάλτε χαρτιά και μολύβια. Στοπ. Ζωγραφίστε σε κόμικ την πιο αστεία μέρα της ζωής σας. Στοπ. Στείλτε τα στη Λέσχη Ανάγνωσης. Στοπ. Περιμένω! Στοπ. Ακόμα; Στοπ.

      ΥΓ: Γονείς γενικά πολύ λαίμαργοι. Στοπ. Καίνε πολλές θερμίδες για να μας μεγαλώσουν. Στοπ.
      ΥΓ2: Χρόνος μαγειρέματος αρακά: 20'. Χρόνος μαγειρέματος παστίτσιου: 120'. Στοπ.
      ΥΓ3: ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ: Αυτή τη βδομάδα βγαίνει στα βιβλιοπωλεία το δεύτερο βιβλίο μου με τον τίτλο "Πεταλουδόνειρα". Μπορείτε -αν έχετε όρεξη φυσικά- να διαβάσετε το πρώτο κεφάλαιο πατώντας εδώ (http://www.whoisalexandrak.com/aposp-peta.html) .
      Αν δεν έχετε όρεξη, μπορείτε να διαβάσετε απλώς την περίληψη πατώντας εδώ (http://www.whoisalexandrak.com/petaloudoneira.html). Περιμένω σχόλια. Στοπ.

      Διαγραφή
  39. Αγαπητή κυρία Αλεξάνδρα Κ*
    Είμαι ο Ζαφείρης, ένας μαθητής της Δ’1 Τάξης του 92ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης που μας ονομάσατε μικρούς βιβλιοφάγους. Εμένα μου άρεσε πολύ ο τίτλος που μας βάλατε <>!Εγώ θα σας γράψω τώρα ένα λάθος των γονιών μου. Έχω έναν αδερφό ,το Βασίλη .Επειδή έχουμε σχεδόν ίδιο όνομα, η μαμά μου καμιά φορά, όταν θέλει να φωνάξει εμένα , φωνάζει το Βασίλη και όταν θέλει να φωνάξει το Βασίλη, φωνάζει εμένα. Αυτά είχα να σας πω…..
    Ελπίζω να τα ξαναπούμε( μέσω του υπολογιστή βέβαια)
    Ένας M.B.Δ192Δ.Σ.Θ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  40. H απάντηση της Αλεξάνδρας Κ* όπως μας ήρθε:
    Για sonia/Ζαφείρη (06:19)

    Ζαφείρη M.B.Δ192Δ.Σ.Θ. ,
    Αναφέρεις ένα ελάττωμα απ' το οποίο υποφέρουν όλοι οι γονείς ανα τον κόσμο, ακόμα κι όταν τα ονόματα των παιδιών τους δε μοιάζουν. Για παράδειγμα, το "Αλεξάνδρα" (εγώ) δεν μπορείς σε καμία περίπτωση να το μπερδέψεις με το "Τζίνα"(η αδελφή μου). Έλα μου όμως που έχω περάσει τη μισή μου ζωή ως "Τζίνα". Με χαρά θα σε πληροφορήσω ότι αυτό το μπέρδεμα σταματάει όταν κάνεις παιδιά. Μετά, όλοι φωνάζουν όλους με το όνομα του παιδιού σου. Κι εσένα μαζί. Γονείς, παιδί μου, τί να πεις...

    Αλεξάνδρα Κ*

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  41. Κυρία Αλεξάνδρα Κ*,
    είμαστε τα παιδιά του Α2 του 88ου Δ.Σ. Θεσσαλονίκης.
    Διαβάσαμε την ιστορία σας και μας άρεσε πολύ. Πόσα πολλά πράγματα μπορεί να σκαρφιστεί ένα παιδί όταν θέλει να ξεφορτωθεί τους γονείς του. Οι δικοί μας γονείς όμως δεν κάνουν λάθη , είναι τέλειοι.
    Ο μπαμπάς του Βασίλη, μόνο, έσπασε μια μέρα όλα τα ποτήρια που κουβαλούσε με το δίσκο στο μαγαζί τους,
    στο μπαμπά της Ζωής αρέσει η μουσική, αλλά μπερδεύει το βιολί με την κιθάρα, η μαμά του Νικόλα μια φορά ξέχασε να βάλει γάλα στο κέικ και ο μπαμπάς του Γιώργου του ζητάει τα μαλλιά του κάθε φορά που κουρεύεται γιατί αυτός....δεν έχει μαλλιά.
    Μη στεναχωριέστε, όταν μεγαλώσουν θα ωριμάσουν και θα γίνουν καλύτεροι.
    Έχουμε κι εμείς την απορία γιατί χρησομοποιείτε μόνο το Κ* και όχι ολόκληρο το επίθετό σας.
    Σας ευχαριστούμε πολύ,
    τα παιδιά του Α2, 88ου Δ.Σ. Θεσσαλονίκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η απάντηση όπως μας ήρθε από την Αλεξάνδρα Κ*

      Για το Α2 του 88ου Δ.Σ. Θεσσαλονίκης

      Αγαπητά Π.Α2.88.Δ.Σ.Θ.,
      χαίρομαι πολύ που σας άρεσε η ιστορία μου και χαίρομαι ακόμα περισσότερο που με βοηθάτε να τη συνεχίσω.
      Το Κ* είναι κάτι σαν τη μαγική μπέρτα του Σούπερμαν. Ή μάλλον του Σούπερ-Γκούφυ. Το φοράω μόνο όταν γράφω και με βοηθάει να μη σκέφτομαι τι θα πουν οι άλλοι γι' αυτά που γράφω (οι κακοφωνίξ γονείς μου στη συγκεκριμένη περίπτωση). Επίσης, με το Κ* μπορεί ο καθένας να με ονομάσει όπως θέλει αναλόγως το πώς φαντάζεται ότι είμαι. Θα μπορούσα ας πούμε για κάποιους να είμαι η Αλεξάνδρα Κακομαθημενίδου ενώ για κάποιους άλλους η Αλεξάνδρα Καροτοζουμέα ή ακόμα και η Αλεξάνδρα Κορνφλεϊξοπούλου. Θα σας δώσω όμως ένα στοιχείο: δε θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να είμαι η Αλεξάνδρα Κουάκερ - σιχαίνομαι το κουάκερ. Εσείς τί επίθετα θα διαλέγατε στη θέση μου;

      Με αγάπη,
      Αλεξάνδρα Κ*

      Διαγραφή
  42. Γεια σας κυρία Κάπα.Είμαι ο Γιώργος Χριστοφορίδης από το Δ'1 του 92 δημοτικού σχολείου.Ο μπαμπάς μου είναι <> υπερβολικός με το κούρεμα.Μου λέει να κουρεύομαι τουλάχιστον τρεις φορές το μήνα...Βέβαια εμένα μου αρέσουν πολύ τα μακριά μαλλιά.Γιατί ακριβώς σας αρέσει το όνομα Κ*;

    Με πολύ αγάπη
    ο <>

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  43. Γεια σας κυρία Χρυσάνθη Καραΐσκου

    Μου άρεσε πολύ η ιστορία σας για το στοιχιωμένο σπίτι.Οι ιστορίες με στοιχιωμένα σπίτια μου αρέσουν πολύ.Ειδικά αυτή ήταν συναρπαστική και νομίζω πως εσείς ήσασταν η αρχηγός της παρέας.Βέβαια ήσασταν και πολύ θαρραλέα που είδατε αυτά τα πλάσματα...Να είστε γερή και να συνεχίσετε το έργο σας!!!!

    Με πολύ αγάπη
    ο μικρός διαβαστερός
    ως Γιώργος Χριστοφορίδης
    του 92ου Δημοτικού

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μικρέ μου φίλε, Γιώργο
      χαίρομαι που σου άρεσε η ιστορία μου. Θέλω να σου πω πως δεν πιστεύω ότι ήμουν και τόσο θαρραλέα όσο νομίζεις. Το πιο πιθανό είναι όλα αυτά που είδα να τα δημιούργησε περισσότερο ο φόβος μου. Άλλωστε ακόμη θυμάμαι τον τρόμο που ένιωσα όταν βρέθηκα στο σπίτι και την τεράστια ανακούφιση όταν αυτό γκρεμίστηκε. Το σίγουρο είναι πάντως, ότι παρόλα αυτά που πέρασα στο σπίτι, μου άρεσαν οι περιπέτειες και δε σταμάτησα τις εξερευνήσεις με τους φίλους μου για αρκετά καλοκαίρια.

      Φαντάζομαι ότι για να σου αρέσουν οι ιστορίες με στοιχειωμένα σπίτια θα είσαι και εσύ πολύ θαρραλέος και άνθρωπος της περιπέτειας. Είμαι σίγουρη πως θα μπορούσες κι εσύ να γράψεις μια τέτοια ιστορία.

      Με πολλή αγάπη
      Καραΐσκου Χρυσάνθη

      Διαγραφή
  44. Μια ερώτηση για τον κ.Σιδέρη όπως μας ήρθε και δεν μπόρεσε από τον αποστολέα να αναρτηθεί.

    Γιώργος noreply...
    6:00 μ.μ. (Πριν από 16 ώρες)
    προς Εμένα
    Ο/Η Γιώργος (https://me.yahoo.com/a/eUT5XBR83pjPVsxrhTklKYuSny9o7WdCrEiPkjPI.Arf5M_YqF.0pMLm) άφησε ένα νέο σχόλιο για την ανάρτησή σας "Ο Συγγραφέας συνομιλεί με τα παιδιά.":

    Αγαπητέ κύριε Σιδέρη, Έκατσα και σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να φτιάξουμε μια ιστορία μαζί (μέσω του Ίντερνετ).Έχω σκεφτεί τι αφορά η ιστορία απλά εσείς θα τη ζωντανέψετε.Έχει να κάνει με ένα παιδάκι,ο Κλέφτης ο οποίος σιγά-σιγά μεγαλώνει και κάνει κάτι κακό.Στη φυλακή βρίσκει ένα πανέμορφο κορίτσι, η Φυλακή!Στο τέλος τον άφησαν ελεύθερο μ' αυτή, παντρεύτηκαν και ορκίστηκαν ότι δεν θα ξανακάνουν κάτι κακό.Αυτό μπορεί να βγει σε 1,2,3,4 όπως δηλαδή το Σρεκ,που έγινε Σρεκ 1,...εύχομαι να πάνε όλα καλά Μα πολύ αγάπη ο μικρός διαβαστερός ως Γιώργος Χριστοφορίδης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μικρέ μου φίλε Γιώργο, σε χαιρετώ!!!

      Πολύ καλή η σκέψη σου και με χαρά θα μπορούσαμε να γράψουμε μαζί μια ιστορία σε συνέχειες. Να κάνουμε ένα σούπερ ηρωικό ζευγάρι που θα πολεμάει το κακό και θα είναι ένα αχτύπητο δίδυμο!!!

      Θα μπορούσαμε να αλλάξουμε και λίγο τα ονόματα, αν θες κι εσύ βέβαια. Σκέφτηκα να αλλάξουμε το όνομα του Κλέφτη και να το κάνουμε, Κέφη ή Κλέτη..και την Φυλακή να την κάναμε Φυλακτή.

      Κι από κει και πέρα μπορούμε να γράψουμε όλες τις ιστορίες που θα μας φέρνουν η Φαντασία με την Έμπνευση σε συνέχειες!!!

      Εύχομαι πάντα να είσαι διαβαστερός και να έχεις πάντα έμπνευση και φαντασία!!! Θα περιμένω σύντομα νέα σου για τις επόμενες περιπέτειες των ηρώων μας!!!

      Σε χαιρετώ φίλε μου και συνάδελφε Γιώργο

      Ο φίλος σου

      Σπύρος Σιδέρης

      Διαγραφή
    2. Kύριε Σιδέρη,
      πολύ καλή η ιδέα σας να αλλάξουμε τα ονόματα.Θα μπορούσαν να μας λένε 'οι αχτύπητοι συγγραφείς'
      .Μετά μπορεί να χώνεται μια άλλη κοπέλα, η αδερφή της Φυλακτής η οποία αγαπάει τον κλέφτη. Θα βρω λίγο χρόνο και θα σας πω τη συνέχεια.

      ο Γιώργος Χριστοφορίδης

      Διαγραφή
    3. Φίλε μου Γιώργο,

      Μου άρεσε πάρα πολύ η ιδέα σου να ονομαζόμαστε οι «αχτύπητοι συγγραφείς». Θα έχουμε πολλούς ήρωες για να έχει δυναμική δράση η ιστορία μας και να κρατάει το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Τώρα που το καλοκαίρι θα κάνεις τις διακοπές σου, θα μπορείς να σκεφτείς περισσότερες λεπτομέρειες της ιστορίας και να αρχίσουμε να την γράφουμε με την δροσιά του Φθινοπώρου!!!

      Με χαρά θα περιμένω τα νέα σου

      Ο φίλος σου

      Σπύρος Σιδέρης

      Διαγραφή
  45. Aγαπημένη μας κυρία Καραϊσκου καλώς ήρθατε στην παρέα μας. Μας κράτησε σε αγωνία η περιπέτειά σας στο στοιχειωμένο σπίτι και αναρωτιόμαστε τι να ήταν αυτά τα πλάσματα που μας περιγράψατε. Μήπως τελικά ήταν της φαντασία σας ή ήταν νυχτερίδες αληθινές. Ο Γιώργος Π έχει ζήσει κάτι παρόμοιο. Είχε πάει στο ρέμα μαζί με τον Παντελή και είχαν δει ένα γκρίζο σπίτι μάλλον εγκαταλειμμένο και πετούσαν πέτρες στα παράθυρα. Τότε ξαφνικά τους φάνηκε ότι κάποιος χτύπησε από μέσα και ούρλιαζε δυνατά. Φοβήθηκαν πάρα πολύ και έφυγαν τρέχοντας από εκεί. Δεν ξαναπέρασαν από εκείνη την γειτονιά ούτε μια φορά .O Στέλιος και ο Γιώργος Χ είχαν πάει σε ένα παλιό σπίτι στην Καλλικράτεια με τα ποδήλατά τους για εξερεύνηση. Καθώς μπαίνανε μέσα σιγά σιγά ακούσανε έναν πολύ ψιλό ήχο και με το που είδανε κάτω στο πάτωμα ……..εκατοντάδες ποντίκια τους είχαν περικυκλώσει. Περιττό να μας εξηγήσουν το τι φόβο τράβηξαν…. Πήγανε τρέχοντας στα σπίτια τους το διηγηθήκαν στους γονείς τους και δεν ξαναπήγαν κι αυτοί ποτέ ξανά εκεί. Πάντως είναι ωραίες αυτές οι περιπέτειες γιατί από ότι λένε και τα άλλα παιδιά έχουμε πολλές τέτοιες ιστορίες να σας διηγηθούμε.
    Με πολλή αγάπη
    Οι μικροί βιβλιοφάγοι της Δ1 του 92 Δημ .Σχολείου Θεσσαλονίκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπημένοι μου μικροί βιβλιοφάγοι της Δ1 του 92 Δημ.Σχ. Θεσσαλονίκης ,
      χαίρομαι πολύ που μπήκα κι εγώ σε αυτήν την όμορφη παρέα. Χαίρομαι ακόμη περισσότερο γιατί βλέπω πως κι άλλα παιδιά έχουν ζήσει παρόμοιες περιπέτειες με τη δική μου. Παρατηρώ βέβαια ότι και οι φίλοι σας όπως κι εγώ φύγανε τρέχοντας και φοβισμένοι! Αναρωτιέμαι γιατί άραγε όλες αυτές οι περιπέτειες να καταλήγουν σε πολύ τρέξιμο;

      Με ρωτάτε τώρα τι ήταν αυτά τα πλάσματα που είδαμε. Δεν ξέρω να σας πω με σιγουριά. Σίγουρα είδαμε κάτι, που από το φόβο που αισθανθήκαμε αυτό μεγάλωσε στα μάτια μας. Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα πιστεύω πως το πιο πιθανό είναι να ήταν νυχτερίδες ή κάποια άλλα πουλιά που φώλιαζαν μέσα στο σπίτι. Φαντάζομαι έτσι που μπήκαμε μέσα αυτά θα τρόμαξαν κι άρχισαν να πετάνε στο δωμάτιο. Κι εμείς με τη σειρά μας από το φόβο μας φύγαμε και δεν καθήσαμε να τα δούμε. Ίσως αν λέγαμε κι εμείς στους γονείς μας τι μας συνέβη , όπως ο Στέλιος και ο Γιώργος Χ., να μαθαίναμε από αυτούς τι ήταν. Αλλά δεν το κάναμε γιατί τότε θα είχαμε εισπράξει όλοι μας ... μια ωραία τιμωρία.

      Μου γράφετε ότι έχετε περάσει πολλές τέτοιες περιπέτειες. Φαντάζομαι ότι κάποιες από αυτές θα είναι τρομαχτικές και κάποιες άλλες θα είναι πολύ αστείες. Μου αρέσει να ακούω τέτοιες ιστορίες γιατί μου θυμίζουν τα παιδικά μου χρόνια. Ελπίζω, λοιπόν, να μου τις διηγηθείτε.

      Με πολλή αγάπη
      Καραΐσκου Χρυσάνθη

      Διαγραφή
  46. Γεια σας κυρία Αλεξάνδρα Κ*,

    Ο μπαμπάς μου έχει δύο ελλατώματα:
    1*)Είναι ο Κακοφωνίξ της οικογένειας.
    2)Είναι υπερβολικός με το κούρεμα.

    *:όταν θέλω να τραγουδήσω το αγπημένο μου τραγούδι έρχεται και με τις αγριοφωνάρες τουμπορεί και να ξυπνήσει ολόκληρη την οικοδομή...


    ο μικρός διαβαστερός ως
    Γιώργος Χριστοφορίδης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η απάντηση της Αλεξάνδρας Κ* όπως μας ήρθε και την αναρτούμε,

      Για τον Γιώργο Χριστοφορίδη (Chr 5/5/2012, 10:32 και 12/5/2012, 6:03)
      Γιώργο, έχουν περάσει πολλές μέρες από τότε που μου έγραψες και υπολογίζω ότι στο μεταξύ τα μαλλιά σου μάκρυναν κατά 3 εκατοστά. Πράγμα που σημαίνει ότι αν δεν τα κόψεις για τα επόμενα 10 χρόνια, τα μαλλιά σου θα φτάσουν τα 3,6 μέτρα και τότε θα μπορείς να παίξεις σε διαφήμιση για σαμπουάν που μακραίνει τα μαλλιά. Επειδή όμως δεν υπάρχει -δυστυχώς- σαμπουάν που μακραίνει τα μαλλιά αλλά ούτε και πανεπιστήμιο για το πώς να παίξεις σε μια διαφήμιση, κάνε υπομονή και κόβε τα μέχρι να γίνεις 18. Μετά, θα μπορείς να τα κρατάς όσο μακριά θες και να τα βάψεις και μπλε άμα λάχει.
      Αλεξάνδρα Κ*

      Διαγραφή
  47. Aγαπημένη μας κυρία Αλεξάνδρα Κ .Στοπ. Αποστολή εξετελέσθη. Στοπ. Τα κόμικς είναι έτοιμα .Στοπ. Θα βρίσκονται σε λίγο στην Λέσχη Ανάγνωσης. Αλήθεια. Στοπ .Αν δεν έρθει ο εικονογράφος χρησιμοποιήστε τα .Στοπ. Πείτε μας πως είναι το αρχηγείο σας. Στοπ. Σύντομα κοντά σας. Στοπ
    Με αγάπη
    Οι μυστικοί πράκτορες Μ.Β.Δ1.92Δ.Σ.Θ.!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η απάντηση της Αλεξάνδρας Κ* όπως μας ήρθε και την αναρτούμε,

      Για την Δ' του 92ου (15/5/2010, 9:31)
      Αγαπητοί Μ.Β.Δ1.92Δ.Σ.Θ., άργησα να απαντήσω γιατί βρισκόμουν σε ακόμη μία μυστική αποστολή. Ήταν τόσο μυστική, που ούτε εγώ δεν ήξερα περί τίνος επρόκειτο οπότε μου πήρε λίγο παραπάνω καιρό να βρω τη λύση. Θα παραλάβω τα κόμιξ την Παρασκευή μιας και θα βρίσκομαι σε φανερή αποστολή στην πόλη σας.
      Το αρχηγείο μου, αν το κοιτάξεις με γυμνό μάτι, μοιάζει πάρα πολύ με κουζίνα. Έχει βρύση, ψυγείο, τραπέζι, κατσαρόλες, ντουλάπια, όλα όσα έχει συνήθως μια κουζίνα. Όσοι το βλέπουν, δε φαντάζονται ότι πρόκειται περί μυστικού αρχηγείου. Μάλιστα, για να τους ξεγελάσω κάνω ότι μαγειρεύω καμιά φορά. Όταν όμως στρώνομαι να γράψω, όλα αλλάζουν.
      Το τραπέζι βγάζει φτερά, η καρέκλα μου με γαργαλάει, το ταβάνι γίνεται οθόνη κινηματογράφου, τα κατσαρολικά παίζουν ωραία βαλς, η μικρή πόρτα της αποθήκης ανοίγει και μπαίνουν μέσα ένα σωρό ήρωες: η Πριγκίπισσα και το Αγόρι από την "Πιο παράξενη ιστορία του Κόσμου", ο Νάντο και η Μάιρα η Μαϊμού από τα "Πεταλουδόνειρα", ο Αόρατος Ροζ Μονόκερος από το "Δεν είσαι γάτα" και άλλοι πολλοί. Πάρα πολλοί. Τόσοι πολλοί, που κάθε φορά ξεμένω από μπισκότα και μετά άντε να σε πιστέψουν ότι δεν τα έφαγες μόνος σου.
      Η τελευταία ηρωίδα που ήρθε ήταν η Νίκη Χ*, το κορίτσι με τους όχι-και-τόσο-σοβαρούς-γονείς. Μου λέει τις ιστορίες της, της λέω κι εγώ τις δικές σας και προσπαθούμε να βγάλουμε μια άκρη. Α, νάτην, ήρθε πάλι και σας στέλνει φιλιά.
      Πρέπει να σας αφήσω γιατί φαίνεται πως έχει κάτι φοβερό να μου πει.
      Με μυστική αγάπη και συναδελφική αλληλεγγύη,
      Αλεξάνδρα Κ*

      Διαγραφή
  48. Αγαπητέ Κύριε Σιδέρη, το παραμύθι σας μου άρεσε πολύ και όταν το διαβάζω μου έρχονται ιστορίες που μπορώ να φτιάξω και εγώ δικές μου ιστορίες και επίσης πολύ ωραίο να παίξετε με το όνομα σας είναι πολύ συναρπαστικό και κάτι άλλο πως σας ήρθε η ιδέα να γράψετε για το όνομα σας; Ελπίζω να γράψετε και να συνεχίζεται να γράφετε υπέροχες ιστορίες για τα παιδιά…

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλέ μου φίλε Γιώργο,

      Σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, για την ιστορία του Σιδερένιου.

      Είναι πολύ δημιουργικό να φτιάχνεις ιστορίες, να μαζεύεις στην παρέα σου την φαντασία και την έμπνευση και να γράφετε μαζί. Σου εύχομαι να συνεχίζεις να γράφεις ιστορίες και να τις δεις σύντομα τυπωμένες σε ένα πολύχρωμο βιβλίο.

      Οι λέξεις, όλες οι λέξεις, δεν είναι απλά γράμματα που κάνουν παρέα μεταξύ τους. Είναι γράμματα που ζωγραφίζουν αισθήματα, συναισθήματα, απορίες, ερωτήσεις και άλλα πολλά. Κι έτσι έχουν την δικιά τους δύναμη να φτιάχνουν ιστορίες. Έτσι και το όνομα μου έχει κι αυτό τη δύναμη να γράψει ιστορίες μικρές ή μεγάλες. Αλλά η ιστορία αυτή με τον επίθετο μου είναι πέρα για πέρα πραγματική κι έτσι ήθελα να την μοιραστώ, γράφοντας την. Χαίρομαι που άρεσε κι έγινε η αιτία να ψάξουν κάποια παιδιά και δικές τους ιστορίες με το όνομα ή το επίθετο τους!!!

      Σου εύχομαι να είσαι πάντα δημιουργικός με φαντασία και να χαμογελάς

      Σου στέλνω την αγάπη μου

      Ο φίλος σου Σπύρος Σιδέρης

      Διαγραφή
  49. Αγαπητή κυρία Ιωάννα Μπουλντούμη,

    Είμαι ο Γιώργος Χριστοφορίδης από το 92ο Δημοτικό σχολείο. Διάβασα για τα μεγάλα σας βάσανα!!!!!Μη νομίζετε πως μόνο εσείς το τραβάτε αυτό.Ο μπαμπάς μου όταν βαριέμαι μου λέει ακριβώς το ίδιο μόνο που μου το λέει πάρα πολλές φορές.100 περίπου.Η μαμά μου άλλη από'κει!Ο ξάδερφός της είναι πάντα με ένα βιβλίο στο χέρι.Άντε όμως που έχω και τους παππούδες μου!Το ίδιο και αυτοί.Για καλή μου τύχη έχω έναν αδερφό,τον Ραφαήλ.Έχει κάτι βιβλιαράκια για τα ζώα.Παίρνω ένα το διαβάζω και το αφήνω στη θέση του.Αλλά πάνω απ'όλα γονείς.Τι να κάνουμε!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητέ μου Γιώργο, σ' ευχαριστώ για την επικοινωνία - είναι το ίδιο απολαυστική όσο με το να διάβαζα ένα εκλεκτό βιβλίο! Σε καταλαβαίνω απόλυτα - μάλιστα μου θυμίζεις τον εαυτό μου στην ηλικία σου γιατί και μένα οι γονείς μου τα ίδια μου έλεγαν. Με τα χρόνια βέβαια κατάλαβα ότι μόνο το καλό μου ήθελαν, γι' αυτό και τώρα θυμάμαι όλα αυτά τα "περιστατικά" με αγάπη και τρυφερότητα. Είσαι απόλυτα δικαιολογημένος που δε διαβάζεις βιβλία του αδερφού σου, και ξέρεις γιατί? Μόνος σου το λες... Είναι του αδερφού σου, όχι δικά σου - δεν τα έχεις επιλέξει, δεν τα έχεις ψάξει, δεν τα έχεις πιστέψει εσύ! Κάνε μου μια χάρη σε παρακαλώ: πήγαινε σε ένα ωραίο βιβλιοπωλείο ή μια δανειστική βιβλιοθήκη, πάρε κι ένα φίλο σου μαζί και ψάξε να βρεις το βιβλίο που σου αρέσει. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ ΒΙΒΛΙΟ. Άσε που θα ανακαλύψεις ότι αυτή τη διαδικασία είναι άκρως διασκεδαστική. Πάρε λοιπόν το βιβλίο στο σπίτι και ξεκίνα να διαβάζεις. Αν είναι κάτι που το έχεις επιλέξει ΕΣΥ και σου αρέσει, δεν υπάρχει περίπτωση να το αφήσεις από τα χέρια σου. Ξέρεις πόσο καλή παρέα κάνει ένα βιβλίο; Ουουουου - δε φαντάζεσαι πόσο! Θέλεις και μια ιδέα; Ζήτα από τους γονείς σου και τον αδερφό σου να συμμετέχουν σ' αυτήν την εμπειρία: μοιραστείτε τους ρόλους των ηρώων και φτιάξτε ένα θεατρικό στο σπίτι: ξέρεις πόσο καλά θα περάσετε? Για δοκίμασε σε παρακαλώ και γράψε μου να μου πεις. Περιμένω με τρελή αγωνία! Πολλά φιλιά. Η φίλη σου η συγγραφέας, Ιωάννα Μπ.

      Διαγραφή
    2. Γεια σας και πάλι κ. Ιωάννα Μπουλντούμη,

      Πέρασε ένα πολύ ευχάριστο καλοκαίρι και άργησα να σας απαντήσω.Πήγα λοιπόν σε ένα βιβλιοπωλείο
      και αγόρασα ένα βιβλίο το οποίο μου άρεσε και σύντομα ανακάλυψα πως ανήκει σε μια τριλογία .Δεν έχασα λοιπόν την ευκαιρία και πήγα να αγοράσω και τα άλλα.Σύντομα συνηδειτοποίησα πως ήμουν ταπί με ταπί.Χαρτζιλίκι... τέλος.Περίμενα λοιπόν δύο βδομάδες(κάθε βδομάδα παίρνω 10 ευρώ)και πήγα στο βιβλιοπωλείο.Μόλις ρώτησα για τα βιβλία μου είπαν πως εξαντλήθηκαν!!!Τι ατυχία με δέρνει...
      Την επόμενη μέρα με ξυπνάει ο μπαμπάς μου στις 6.00 για να πάει στην δουλειά και μου λέει ότι θα τα παραγγίλει.Με παίρνει τηλέφωνο το μεσημέρι και μου λέει πως έχει πάρει το νούμερο 1 και το νούμερο 3.Εγώ του είπα εντάξει και πήγα να ψάξω για το νούμερο 2.Όμως όλα τα βιβλιοπωλεία είχαν ή το 1 ή το 3.Άλλα ήταν κλειστά.Τελικά βρήκα το νούμερο 2 σε ένα παζάρι.Κόστιζε 6 ευρώ.Το πήρα σε πολύ καλή τιμή όμως όταν άνοιξα να το διαβάσω όλες το οι σελίδες ήταν λίγο τσαλακωμένες.



      Είναι αυτός τρόπος για να πάρεις ένα βιβλίο!!!

      Γιώργος Χριστοφορίδης
      ως μικρός διαβαστερός

      Διαγραφή
  50. Το μήνυμα της Αλεξάνδρας Κ* για το 92ο Δ.Σ Θεσσαλονίκης όπως μας ήρθε,

    Alexandra K alexandrak@whoisalexandrak.com
    3 Ιουν (Πριν από 1 ημέρες)

    προς Εμένα
    Αγαπητοί Μυστικοί Πράκτορες του 92ου,
    Πριν μία βδομάδα ακριβώς, ενώ περπατούσα στην Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, πετάχτηκε ξαφνικά πίσω από μια στοίβα βιβλία ένα χέρι και μου έδωσε ένα φάκελο. Δεν πρόλαβα να δω τίνος ήταν αυτό το χέρι γιατί εξαφανίστηκε γρήγορα αλλά αμέσως κατάλαβα ότι το φάκελο μού τον έστειλαν οι συνάδελφοι πράκτορες του 92ου. Κρύφτηκα κι εγώ λοιπόν κάτω από ένα πάγκο και άνοιξα με τεράστια προσοχή το δέμα μου. Έλα όμως που τα κόμιξ που βρήκα μέσα στο φάκελο ήταν υπερβολικά αστεία και απίστευτα όμορφα και φοβερά καλοσχεδιασμένα κι εγώ όταν βλέπω τέτοια πράγματα αρχίζω να φωνάζω δυνατά "ουάου" και "τί λες τώρα;" και "δεν το πιστεύω". Όταν σήκωσα τα μάτια μου απ' τα χαρτιά σας, διαπίστωσα ότι πολλοί επισκέπτες της Έκθεσης με είχαν ακούσει και είχαν κρυφτεί κι εκείνοι κάτω απ' τον πάγκο για να δουν τί ήταν αυτό που μου είχε κάνει τόση εντύπωση. Όπως καταλαβαίνετε, η μυστική αποστολή δεν ήταν πια και τόσο μυστική. Μας έπιασαν στα πράσα. Αλλά η αποστολή είχε ήδη εκτελεσθεί. Ουφ!
    Αν λοιπόν περπατήσατε καθόλου στην Έκθεση και είδατε κάτι μεγάλους να παριστάνουν τον Σούπερ-Φρίξο ή να κάνουν ότι τσουλάνε πάνω σε φανταστικά έλκυθρα ή να γελάνε με φανταστικές γάτες που πέφτουν από φανταστικά δέντρα, τώρα ξέρετε τί συνέβη. Δεν είναι μαγικό ότι με κάτι τόσο απλό όσο μια ζωγραφιά ή μια ιστορία, μπορούμε να κάνουμε τους άλλους να γελάσουν και να ταξιδέψουν;
    Πολύ καλή δουλειά, Μυστικοί Πράκτορες. Συνεχίστε έτσι!
    Εγώ θέλω με τη σειρά μου να ευχαριστήσω εσάς και όλα τα παιδιά με τα οποία γνωριστήκαμε μέσω της Φιλαναγνωσίας και φυσικά την κυρία Αρτζανίδου (που -μεταξύ μας- υποψιάζομαι ότι ήταν και το χέρι που πετάχτηκε πίσω απ' τα βιβλία).
    Πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι όταν η κυρία Αρτζανίδου με κάλεσε να σας γράψω μια ιστορία, δεν είχα ιδέα ούτε τί να σας γράψω αλλά ούτε και τί βιβλίο θα έγραφα στη συνέχεια, μιας και ό,τι είχα γράψει είχε ήδη εκδοθεί. Κάθησα λοιπόν στο αρχηγείο μου και έγραφα διαφορες χαζομάρες και έγραφα και έγραφα μέχρι που εμφανίστηκε το κορίτσι που σας έλεγα, η Νίκη Χ*. Μου είπε λοιπόν την ιστορία της και σας την έγραψα για να δω αν ήταν καλή. Κι εσείς μας δώσατε ιδέες για τη συνέχεια της ιστορίας! Κι έτσι τώρα, κάθε απόγευμα, συνεχίζουμε την ιστορία, τη μεγαλώνουμε, τη διορθώνουμε, γράφουμε-σβήνουμε, γελάμε, κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να φτάσει αυτή η ιστορία (η δική σας και δική μας) να γίνει βιβλίο και να την πάρετε μια μέρα στα χέρια σας. Όχι μόνο εσείς αλλά όλα εκείνα τα παιδιά εκεί έξω που για περίπου 18 χρόνια κάνουν απλώς υπομονή με τους γονείς που έμπλεξαν. Ο εικονογράφος μας επέστρεψε, είχε πάει απλώς να επισκεφθεί κάποια σχολεία στη Βουζιβουλάνδη για να πάρει ιδέες απ' τις ζωγραφιές των παιδιών εκεί. Τώρα υποσχέθηκε ότι θα πέσει με τα μούτρα στη δική μας ιστορία μπας και προλάβουμε να την έχουμε έτοιμη τα Χριστούγεννα.
    Σας ευχαριστώ για τη βοήθεια όσο δε φαντάζεστε. Είμαι σίγουρη ότι την επόμενη σχολική χρονιά θα τα πούμε και από κοντά. Καλές διακοπές, Μυστικοί μου Πράκτορες!
    Με αγάπη, Αλεξάνδρα Κ*

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  51. Γεια σας κυρία Ιωάννα Μπουλντούμη. Σας καλωσορίζουμε στην παρέα μας. Αργήσαμε να σας γράψουμε γιατί είχαμε κάτι προβλήματα με το internet αλλά και κάποιες άλλες άκρως μυστικές αποστολές να τελειώσουμε .Διαβάσαμε την ιστορία με την Τόνια και πραγματικά μας έκανε εντύπωση το πόσο ωραίο περιβάλλον ζει.
    Σίγουρα κατά κάποιον τρόπο Τόνια είσαι τυχερή που έχεις τέτοιους γονείς……Βέβαια από την άλλη καταλαβαίνουμε και την δυστυχία σου που δεν μπορείς να δεις τηλεόραση και να παίξεις με εκείνη την καινούρια μηχανή το ipad.Για σκέψου όμως πόσα παιδιά έχουν αυτήν την πολυτέλεια την δική σου να έχουν τόσα πολλά βιβλία στην διάθεσή τους. Έχεις απόλυτο δίκιο ότι η φιλαναγνωσία δεν είναι υποχρέωση αλλά δικαίωμα. Η μητέρα του Κωσταντίνου του λέει να διαβάζει όχι απλώς εξωσχολικά αλλά λογοτεχνικά βιβλία και φαντάσου ότι ο πατέρας του είναι υπάλληλος σε μια εταιρία με πορσελάνες. Του Ζαφείρη η μητέρα του λέει συνεχώς ότι εκτός από σχολικά βιβλία καλό θα είναι να διαβάζει και εξωσχολικά και να φανταστείς είναι κτηνίατρος .Της Θοδώρας της αρέσουν πολύ τα κόμικς όμως η μητέρα της επιμένει να διαβάζει λογοτεχνικά βιβλία για να γράφει καλές εκθέσεις. Του Στέλιου του αγοράζουν βιβλία και του λένε να τα διαβάζει πριν κοιμηθεί και εκείνος όμως κοιμάται πριν τα διαβάσει. Από ότι βλέπεις όλοι οι γονείς λίγο πολύ ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους ενδιαφέρονται για την φιλαναγνωσία των παιδιών τους. Βέβαια ίσως δεν ξέρουν ότι θα έπρεπε από μόνα τους να διαλέγουν τα παιδιά τα βιβλία τους. Συμφωνούμε κι εμείς για τους συγγραφείς θα τους θέλαμε πιο πολύ κοντά μας αν και φέτος με αυτή την επαφή μέσω της φιλαναγνωσίας τους νιώσαμε λίγο δίπλα μας καθώς μιλούσαμε μαζί τους.
    Θα τα ξαναπούμε σύντομα….ίσως και του χρόνου
    Να είστε καλά και καλό καλοκαίρι οι μικροί Βιβλιοφάγοι της Δ1 του 92 Δημ.Σχολ.Θεσσαλονίκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ..."Του Στέλιου του αγοράζουν βιβλία και του λένε να τα διαβάζει πριν κοιμηθεί και εκείνος όμως κοιμάται πριν τα διαβάσει"... χαχαχαχα αγαπημένοι μου της Δ΄τάξη 92ου Δημοτικού σχολείου Θεσσαλονίκης με κάνατε και γέλασα πολύ και σας ευχαριστώ γι' αυτό! Σας ευχαριστώ πολύ και για την ανταπόκρισή σας στην ιστορία της μικρής μου Τόνιας. Έχετε απόλυτα δίκιο: οι γονείς, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, είναι γονείς και ως εκ τούτου θέλουν για τα παιδιά τους το καλύτερο. Το "καλύτερο" βέβαια δεν περιορίζεται στη διατροφή, την ανατροφή, τα παιχνίδια, τα σχολεία, τους φίλους κτλ. Οι "καλές" εμπειρίες φωλιάζουν και μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου, που περιμένουν ήσυχα και υπομονετικά εσάς για να τις φυλλομετρήσετε και να τις κατακτήσετε.
      Και φυσικά κανείς δε λέει ότι όσοι διαβάζουν βιβλία απαγορεύεται να βλέπουν τηλεόραση ή να παίζουν με το ipad ή τον υπολογιστή τους: εγώ για παράδειγμα που όχι μόνο διαβάζω αλλά γράφω και βιβλία, σερφάρω συχνά στο Ίντερνετ, βλέπω ταινίες ή απλώς... τεμπελιάζω! Αμέ! Όμως δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου να έχει μόνο ταινίες, ή μόνο τον υπολογιστή μου ή μόνο την τεμπελιά μου... Θέλω να αναπνέω και τον αέρα της λογοτεχνίας γιατί με κάνει και ζω καλύτερα...
      Σας εύχομαι κι εγώ με τη σειρά μου καλό καλοκαίρι, γεμάτο από ευχάριστες περιπέτειες και ενδιαφέρουσες αναγνώσεις και θα ήθελα σας παρακαλώ αν στις διακοπές σας διαβάσετε κάτι πολύυυυ ενδιαφέρον, να μου γράψετε και να μου το συστήσετε για να το διαβάσω κι εγώ, εντάξει;
      Σας φιλώ κι ελπίζω να τα πούμε κι από κοντά τη νέα σχολική χρονιά!
      Η φίλη σας η Ιωάννα Μπουλντούμη

      Διαγραφή
  52. Γεια σας για άλλη μια φορά αγαπημένη μας κυρία Αλεξάνδρα Κ. Χαρήκαμε πολύ που σας άρεσαν τα κόμικς μας. Το καλοκαίρι που τόσο πολύ το περιμέναμε ήρθε επιτέλους και τώρα μέσα στην ξενοιασιά και στην ξεκούραση που θα μας προσφέρει σίγουρα θα βρούμε χρόνο να σκεφτούμε και να σας δώσουμε καινούριες ιδέες βοηθώντας σας να τελειώσετε τα Χριστούγεννα το βιβλίο σας. Εσείς βέβαια δεν θα σταματήσετε την προσπάθειά σας γιατί καταλαβαίνουμε ότι δεν σας λείπουν οι ιδέες. Θα θέλαμε κι εμείς να ευχαριστήσουμε μέσα από την καρδιά μας την κυρία Ελενα Αρτζανίδου που σας έκανε αυτή την μυστική πρόσκληση όχι μόνον σε σας αλλά και στους υπόλοιπους συγγραφείς που γνωρίσαμε φέτος και είναι η ψυχή αυτού του τόπου της Φιλαναγνωσίας που μας φιλοξένησε και θα μας φιλοξενεί πιστεύουμε και στο μέλλον. Ευχόμαστε σε σας και σε όλους τους υπόλοιπους συγγραφείς τον αγαπημένο μας κύριο Σιδέρη την κυρία Καραϊσκου τον κύριο Τριβιζά την κυρία Λότη Πέτροβιτς την κυρία Φώτου την κυρία Μπουλντούμη καλό καλοκαίρι καλή ξεκούραση και με καινούριες ιδέες να είμαστε πάλι όλοι μαζί γεροί το ν Σεπτέμβρη.
    Οι Μ.Β.Δ1.92Δ.Σ.Θ.! ή αλλιώς οι μικροί Βιβλιοφάγοι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  53. Ο/Η Joanna Boulntoumi άφησε ένα νέο σχόλιο για την ανάρτησή σας "Ο Συγγραφέας συνομιλεί με τα παιδιά.":

    ..."Του Στέλιου του αγοράζουν βιβλία και του λένε να τα διαβάζει πριν κοιμηθεί και εκείνος όμως κοιμάται πριν τα διαβάσει"... χαχαχαχα αγαπημένοι μου της Δ΄τάξη 92ου Δημοτικού σχολείου Θεσσαλονίκης με κάνατε και γέλασα πολύ και σας ευχαριστώ γι' αυτό! Σας ευχαριστώ πολύ και για την ανταπόκρισή σας στην ιστορία της μικρής μου Τόνιας. Έχετε απόλυτα δίκιο: οι γονείς, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, είναι γονείς και ως εκ τούτου θέλουν για τα παιδιά τους το καλύτερο. Το "καλύτερο" βέβαια δεν περιορίζεται στη διατροφή, την ανατροφή, τα παιχνίδια, τα σχολεία, τους φίλους κτλ. Οι "καλές" εμπειρίες φωλιάζουν και μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου, που περιμένουν ήσυχα και υπομονετικά εσάς για να τις φυλλομετρήσετε και να τις κατακτήσετε.
    Και φυσικά κανείς δε λέει ότι όσοι διαβάζουν βιβλία απαγορεύεται να βλέπουν τηλεόραση ή να παίζουν με το ipad ή τον υπολογιστή τους: εγώ για παράδειγμα που όχι μόνο διαβάζω αλλά γράφω και βιβλία, σερφάρω συχνά στο Ίντερνετ, βλέπω ταινίες ή απλώς... τεμπελιάζω! Αμέ! Όμως δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου να έχει μόνο ταινίες, ή μόνο τον υπολογιστή μου ή μόνο την τεμπελιά μου... Θέλω να αναπνέω και τον αέρα της λογοτεχνίας γιατί με κάνει και ζω καλύτερα...
    Σας εύχομαι κι εγώ με τη σειρά μου καλό καλοκαίρι, γεμάτο από ευχάριστες περιπέτειες και ενδιαφέρουσες αναγνώσεις και θα ήθελα σας παρακαλώ αν στις διακοπές σας διαβάσετε κάτι πολύυυυ ενδιαφέρον, να μου γράψετε και να μου το συστήσετε για να το διαβάσω κι εγώ, εντάξει;
    Σας φιλώ κι ελπίζω να τα πούμε κι από κοντά τη νέα σχολική χρονιά!
    Η φίλη σας η Ιωάννα Μπουλντούμη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  54. Τα σχόλια και ερωτήσεις των μαθητών της Β΄ τάξης δημοτικού σχολείου Καλυβών αποκορώνου Χανίων προς τον κύριο Σπύρο Σιδέρη όπως μας ήρθε και το αναρτούμε,

    Μανώλης Δασκαλάκης
    3:15 μ.μ. (Πριν από 6 ώρες)
    Κύριε Σιδέρη,

    Η ιστορία σας μας άρεσε πολύ. Ήταν πραγματικά αστεία και μας έκανε να γελάσουμε. Μάθαμε να μην ντρεπόμαστε για το επίθετο μας και επίσης να μην κοροϊδεύουμε τους άλλους γι αυτό. Μας άρεσαν ιδιαίτερα οι ααστείες ατάκες μέσα στην ιστοριούλα (σίδερο με ανέβαζαν, σίδερο με κατέβαζαν, θα μείνω φαφούτης, έκανα ένα καρούμπαλο μεγάλο σαν Όλυμπο). Επίσης μας εντυπωσίασε το πείσμα και η επιμονή σας να πετάξετε το δόντι στα κεραμίδια. Τελικά ο επιμένων νικά!
    Θα θέλαμε να σας κάνουμε μερικές ερωτήσεις:

    1. Κλάψατε μετά την πτώση;
    2. Ποια δικαιολογία δώσατε στη μαμά σας για το καρούμπαλο Όλυμπος;
    3. Τι κάνατε με τα υπόλοιπα δόντια;
    4. Εξηγήσατε στους φίλους σας γιατί σας λέγανε Σιδέρη;
    5. Πότε θα έρθετε στα Χανιά και στο σχολείο μας, να σας γνωρίσουμε και να μας διαβάσετε ένα δικό σας παραμύθι;


    Σας ευχαριστούμε πολύ!!! Περιμένουμε με χαρά τις απαντήσεις σας! Καλό καλοκαίρι!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μικροί μου φίλοι της Β’ τάξης Δημοτικού Σχολείου Καλυβών Αποκορώνου Χανίων, χαίρομαι πάρα πολύ για την επικοινωνία μας και σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Χαίρομαι ακόμα περισσότερο που σας έκανα να χαμογελάσετε με την ιστορία του Σιδερένιου.

      Είναι αλήθεια ότι όποιος επιμένει τελικά νικά.

      Θα σας πω όλη την αλήθεια, αλλά θέλω να μείνει μεταξύ μας. Ναι έκλαψα όταν έπεσα. Πόνεσα πολύ, αλλά γρήγορα έφυγαν τα δάκρυα και την θέση τους πήρε ένα τεράστιο χαμόγελο που τα είχα καταφέρει να πετάξω το δόντι μου.

      Για να κρύψω το καρούμπαλο Όλυμπο από την μάνα μου, βρήκα ένα κόλπο. Φορούσα καπέλο, γιατί ήταν καλοκαίρι κι είχε ήλιο δυνατό!!! Ακόμα και το βράδυ το φορούσα, αλλά κανείς δεν ήταν περίεργος για να με ρωτήσει γιατί το φορούσα. Ευτυχώς μετά από μερικές μέρες το καρούμπαλο ξεφούσκωσε κι έγινε λόφος μικρός.

      Και με τα υπόλοιπα δόντια μου, έκανα το ίδιο, αλλά τώρα ήξερα τι έπρεπε να προσέξω και να μην ξαναπάθω τα ίδια. Έτσι είχα βρει μια σκάλα και την χρησιμοποιούσα κάθε φορά που έπρεπε να πετάξω ένα δόντι που είχε βγει.

      Όταν με ξανακορόιδεψαν κάθισα και εξήγησα στους «φίλους» μου, τι σημαίνει το όνομα μου και τους έδειξα ότι ήταν τιμή για μένα να έχω τέτοιο όνομα. Έτσι βαρέθηκαν και δεν με κορόιδεψαν ξανά.

      Θα ήταν μεγάλη η χαρά μου να έρθω στα Χανιά και να σας συναντήσω και να διαβάσουμε αλλά και να γράψουμε παραμύθια μαζί. Έχω γυρίσει όλη την Ελλάδα, αλλά δεν έτυχε ποτέ να έρθω στην Μεγαλόνησο και το θέλω πάρα πολύ. Σκεφτόμουν να έρθω αυτό το καλοκαίρι, αλλά σίγουρα δεν θα θέλατε να χαλάσω τις διακοπές σας, αλλά ούτε κι εγώ θα το ήθελα. Τώρα είναι καιρός για ξεκούραση και διακοπές. Του χρόνου όμως, πρώτα ο Θεός, με μεγάλη μου χαρά θα έρθω στην Κρήτη για να συναντηθούμε.

      Σας στέλνω την αγάπη μου και μια μεγάλη αγκαλιά. Σας εύχομαι να έχετε ένα υπέροχο καλοκαίρι γεμάτο όμορφες στιγμές και μην ξεχάσετε να πάρετε και ένα βιβλίο μαζί σας για συντροφιά.

      Χαρούμενες διακοπές

      Ο φίλος σας

      Σπύρος Σιδέρης

      Διαγραφή
  55. Ο/Η Γιώργος Xριστοφορίδης άφησε ένα νέο σχόλιο για την ανάρτησή σας "Ο Συγγραφέας συνομιλεί με τα παιδιά.":

    Γεια σας και πάλι κ. Ιωάννα Μπουλντούμη,

    Πέρασε ένα πολύ ευχάριστο καλοκαίρι και άργησα να σας απαντήσω.Πήγα λοιπόν σε ένα βιβλιοπωλείο
    και αγόρασα ένα βιβλίο το οποίο μου άρεσε και σύντομα ανακάλυψα πως ανήκει σε μια τριλογία .Δεν έχασα λοιπόν την ευκαιρία και πήγα να αγοράσω και τα άλλα.Σύντομα συνηδειτοποίησα πως ήμουν ταπί με ταπί.Χαρτζιλίκι... τέλος.Περίμενα λοιπόν δύο βδομάδες(κάθε βδομάδα παίρνω 10 ευρώ)και πήγα στο βιβλιοπωλείο.Μόλις ρώτησα για τα βιβλία μου είπαν πως εξαντλήθηκαν!!!Τι ατυχία με δέρνει...
    Την επόμενη μέρα με ξυπνάει ο μπαμπάς μου στις 6.00 για να πάει στην δουλειά και μου λέει ότι θα τα παραγγίλει.Με παίρνει τηλέφωνο το μεσημέρι και μου λέει πως έχει πάρει το νούμερο 1 και το νούμερο 3.Εγώ του είπα εντάξει και πήγα να ψάξω για το νούμερο 2.Όμως όλα τα βιβλιοπωλεία είχαν ή το 1 ή το 3.Άλλα ήταν κλειστά.Τελικά βρήκα το νούμερο 2 σε ένα παζάρι.Κόστιζε 6 ευρώ.Το πήρα σε πολύ καλή τιμή όμως όταν άνοιξα να το διαβάσω όλες το οι σελίδες ήταν λίγο τσαλακωμένες.



    Είναι αυτός τρόπος για να πάρεις ένα βιβλίο!!!

    Γιώργος Χριστοφορίδης
    ως μικρός διαβαστερός

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπημένε μου Γιώργο! Καλό φθινόπωρο φίλε μου διαβαστερέ! Αχ, πόσο χαίρομαι που πέρασες ωραία το καλοκαίρι- κι εγώ το ίδιο πέρασα, αλλά μου φάνηκε λίγο βρε παιδί μου, πολύ λίγο :)
      Ακόμα περισσότερο βεβαια χάρηκα με τα νέα σου. Με συγκίνησες, η αλήθεια είναι, και με έκανες να ψηλώσω μερικά εκατοστά! Καλώς ήρθες λοιπόν στην περιπέτεια της ανάγνωσης - τι νόμιζες είναι εύκολη; Όχι, είναι όσο "κοπιαστική" αξίζει να είναι κάθε ωραίο πράγμα. Έτσι όμως θα την εκτιμήσεις περισσότερο. Όταν πάρεις επιτέλους στα χέρια σου το βιβλίο που ΕΣΥ διάλεξες, ξέρεις πόσο θα χαρείς? Αξίζει αυτό, δεν αξίζει; Α, ψιτ, μην το βάλεις κάτω αν τελικά το βιβλίο που διάλεξες δεν ήταν αυτό που περίμενες... Ξέρεις πόσα τέτοια έχω διαβάσει εγώ; Ουουου... Κι αυτό έχει την αξία του όμως - με τον καιρό θα το καταλάβεις τι σου λέω...
      Περιμένω με αγωνία την εξέλιξη αυτής της ιστορίας σου -ξέρεις, αυτή η ιστορία θα μπορούσε να γίνει ένα μικρό βιβλίο, γιατί δε δοκιμάζεις να γράψεις κάτι και να το δούμε;
      Σε χαιρετώ με πολλή αγάπη. Ιωάννα

      ΥΓ1: Το ότι οι σελίδες του βιβλίου που βρήκες στο παζάρι είναι λίγο τσαλακωμένες, είναι συναρπαστικό. Γιατί σημαίνει ότι αυτό το βιβλίο έχει κάνει το δικό του ταξίδι μέχρι να φτάσει στα χέρια σου... Έχει δική του ζωή, που σε αφήνει να την μοιραστείς μαζί του...
      ΥΓ2: